Γράφει ο Γιάννης Κουτσομύτης, πηγή: kappanews.gr

Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα πέφτουν η μια πίσω από την άλλη στα χέρια των Ταλιμπάν οι πρωτεύουσες των επαρχιών του Αφγανιστάν, με την τζιχαντιστική οργάνωση να ελέγχει πλέον 15 από τις 34 επαρχίες και περίπου τα τρία τέταρτα της επικράτειας, και να απειλεί πλέον ευθέως με πλήρη κατάληψη της χώρας. Η δραματική αυτή εξέλιξη, η οποία θα συμπίπτει σύντομα με την επέτειο των 20 ετών από τη διεθνή επέμβαση στην πολύπαθη αυτή χώρα, προέκυψε αμέσως μετά την τελεσίδικη απόφαση του Προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν για πλήρη και οριστική αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν.

Σαρωτική προέλαση των Ταλιμπάν, επείγουσα εκκένωση από ΗΠΑ και Βρετανία

Η προέλαση των δυνάμεων των Ταλιμπάν τις τελευταίες είναι σαρωτική και τα στρατεύματα των τζιχαντιστών βρίσκονται πλέον σε απόσταση μόλις 15 χιλιομέτρων από την Καμπούλ. Έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρει πως οι Ταλιμπάν μπορεί να καταλάβουν την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν μέσα στις επόμενες 90 ή ακόμη και 30 ημέρες. Οι ραγδαίες εξελίξεις όμως δείχνουν ότι η κατάρρευση ίσως να είναι θέμα ολίγων ημερών. Τα Υπουργεία Εξωτερικών των ΗΠΑ, της Βρετανίας και άλλων δυτικών χωρών εκκενώνουν υπερπειγόντως τις πρεσβείες τους στην Καμπούλ, ενώ το αμερικανικό Πεντάγωνο στέλνει εκτάκτως 3.000 στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων για να βοηθήσουν στην εκκένωση και τη φρούρηση του αεροδρομίου της αφγανικής πρωτεύουσας. Καθημερινά δε πραγματοποιούνται δεκάδες εμπορικές πτήσεις με αεροπλάνα γεμάτα πολίτες δυτικών χωρών που εγκαταλείπουν άρον-άρον το Αφγανιστάν.

Οι εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες και δραματικές, που κάποιοι σχολιαστές στις Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν συγκρίσεις με τη δραματική εκκένωση της Σαϊγκόν στο Βιετνάμ τον Απρίλιο του 1975, όταν η ταχύτατη προέλαση των Βιετκόνγκ ανάγκασε χιλιάδες Αμερικανούς να διαφύγουν με κινηματογραφικό τρόπο από μια ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας με ελικόπτερα. Οι εικόνες της ντροπιαστικής φυγής των Αμερικανών από τη Σαϊγκόν είναι βαθιά τυπωμένες στη συλλογική μνήμη της αμερικανικής κοινής γνώμης και οι συγκρίσεις με την ραγδαία αποχώρηση από το Αφγανιστάν δημιουργούν μια αλγεινή εντύπωση.

Το βράδυ του Σαββάτου ο Πρόεδρος Μπάιντεν έκανε μια δήλωση για την κατάσταση στο Αφγανιστάν, με την οποία ανακοίνωσε ότι αυξάνει σε 5.000 τον αριθμό των ειδικών δυνάμεων που θα βοηθήσουν στην εκκένωση από την Καμπούλ. Παράλληλα έδωσε εντολή στον Υπουργό Άντονι Μπλίνκεν να επικοινωνήσει με τον Αφγανό Πρόεδρο Ασράφ Γκάνι και άλλους ηγέτες της περιοχής για να διευρευνηθούν οι δυνατότητες κατάπαυσης του πυρός και προειδοποίησε τους Ταλιμπάν να μην επιτεθούν σε αμερικανικές δυνάμεις, γιατί “θα αντιμετωπίσουν άμεση και σκληρή στρατιωτική απάντηση από τις ΗΠΑ”. Το πιο ενδιαφέρον όμως στη δήλωση του Αμερικανού Πρόεδρου είναι η προσπάθειά του να εξηγήσει/δικαιολογήσει την απόφασή του για άμεση και πλήρη αποχώρηση. Μέσα σε δυο παραγράφους αναφέρει α) “ότι μια ατελείωτη αμερικανική παρουσία στο μέσο μιας εμφύλιας διαμάχης δεν ήταν αποδεκτό από εμένα”, και β) ότι ο Τραμπ του παρέδωσε μια συμφωνία που έφερε τους Ταλιμπάν στην ισχυρότερη στρατιωτικά θέση μετά 2001. “Είμαι ο τέταρτος Πρόεδρος που προΐσταμαι αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν – δυο Ρεπουμπλικανούς και δύο Δημοκρατικούς. Δεν θα παρέδιδα και δεν θα παραδώσω αυτόν τον πόλεμο σε έναν πέμπτο”, καταλήγει ο Τζο Μπάιντεν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Eurasia Group (με ημερομηνία 13 Αυγούστου), είναι πιθανή κατά 80% η κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν εντός των επομένων 30 ημερών, ενώ 15% πιθανότητα έχει το σενάριο της τελμάτωσης της σύγκρουσης και μόνο 5% πιθανό θεωρείται να υπάρξει συμφωνία ειρήνευσης μεταξύ της αφγανικής Κυβέρνησης και των Ταλιμπάν στις συνομιλίες της Ντόχα. Μέχρι το βράδυ του Σαββάτου οι Ταλιμπάν είχαν καταλάβει την Κανταχάρ, τη Χεράτ και το Μαζάρ-ε Σαρίφ.

Χάρτης που δείχνει με φαιό χρώμα τις επαρχίες που είχαν καταλάβει οι Ταλιμπάν μέχρι τις 12 Αυγούστου, με πορτοκαλί χρώμα τις επαρχίες που κατέλαβαν μετά τις 12/8, και με γαλάζιο χρώμα τις επαρχίες που ελέγχει ακόμη η Κυβέρνηση Γκάνι. [Πηγή: Roger Helms/Afghanistan Analysts Network/Al Jazeera]

Καθεστώς Τζιχάντ με απατηλό “μετριοπαθές” πρόσωπο

Στις περιοχές που καταλαμβάνουν οι Ταλιμπάν, επανέρχονται μετά από 20 χρόνια με ένα νέο, δήθεν “μετριοπαθές” δόγμα, με προφανέστατο σκοπό αφενός να μην τρομάξουν τους Αφγανούς πολίτες και αφετέρου να καλύψουν τα τραγικά κενά στην κοινωνική πολιτική του αφγανικού κράτους, ειδικά στις επαρχίες της χώρας όπου δεν κυριαρχούν εθνοτικά οι Παστούν, από τους οποίους προέρχεται η συντριπτική πλειοψηφία των τζιχαντιστών ανταρτών. Υπάρχει κεντρική γραμμή να μην είναι υποχρεωτική η δημόσια αμφίεση με μπούρκα για τις γυναίκες, διακηρύσσουν ότι δεν θα απαγορεύσουν τη φοίτηση σε σχολεία των κοριτσιών, ενώ επιτρέπουν, “εάν υπάρχει ανάγκη”, σε ενήλικες γυναίκες να βγαίνουν από το σπίτι τους χωρίς τη συνοδεία άνδρα ή κηδεμόνα. Παράλληλα προσπαθούν να εγκαταστήσουν κρατικές δομές πρόνοιας και δικαιοσύνης και να εμφανιστούν ότι πατάσσουν την εκτεταμένη διαφθορά, με την εγκαθίδρυση ισλαμικών δικαστηρίων με βάση τη Σαρία, όπως φαίνεται και σε ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το ρεπορτάζ/οδοιπορικό του BBC από τη βόρεια επαρχία Μαζάρ-ε Σαρίφ. Ταυτόχρονα όμως έχουν εξαπολύσει ένα μαζικό κύμα στοχευμένων δολοφονιών κρατικών λειτουργών, “πληροφοριοδοτών” του κράτους, πρώην συνεργατών και διερμηνέων των δυτικών στρατιωτικών δυνάμεων, στελεχών του αφγανικού στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας και ειδικά των πιλότων της αφγανικής αεροπορίας.

Και ενώ οι Ταλιμπάν προσπαθούν να πείσουν τους Αφγανούς πολίτες και τη διεθνή κοινή γνώμη πως “έχουν αλλάξει” και πως έχουν καλές και αγαθές προθέσεις, η πλειοψηφία των Αφγανών δεν έχει πεισθεί από την ισλαμιστική προπαγάνδα και εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες έχουν ήδη εγκαταλείψει τα σπίτια τους προσπαθώντας να σώσουν πρωτίστως τις ζωές τους, με αποτέλεσμα μια διαρκούς επιδεινούμενη ανθρωπιστική κρίση. Είναι πολύ νωπές ακόμη οι μνήμες από τα οκτώ χρόνια της απάνθρωπης διακυβέρνησης των Ταλιμπάν το 1994-2001, που άφησαν πίσω τους δεκάδες χιλιάδες δολοφονημένους, βασανισμένους και ακρωτηριασμένους ανθρώπους, ενώ ολόκληρες θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες κυνηγήθηκαν στα όρια της γενοκτονίας.

Χλιαρές, απαθείς και εξόχως υποκριτικές οι αντιδράσεις της Δύσης

Και ενώ το Αφγανιστάν μέρα με τη μέρα πέφτει στα χέρια ενός απάνθρωπου καθεστώτος, οι αντιδράσεις των δυτικών χωρών μπορούν να χαρακτηριστούν από χλιαρές έως απαθείς, και σίγουρα εξόχως υποκριτικές. Σε ανακοινώσεις τους οι δυτικές Κυβερνήσεις “καταδικάζουν” την αύξηση της βίας και προειδοποιούν τους Ταλιμπάν ότι εάν καταλάβουν ολόκληρη τη χώρα, θα “απομονωθούν” και δεν θα έχουν καμία οικονομική βοήθεια. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο και η δήλωση του Ζοζέπ Μπορέλ εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και η δήλωση του Γενικού Γραμματέα του NATO Γιένς Στόλτενμπεργκ, μετά την έκτακτη συνεδρίαση την Παρασκευή της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων της Συμμαχίας. Οι προειδοποιήσεις αυτές αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα όρια της γελοιότητας, καθώς καμία απομόνωση δεν θα έχει ένα ταλιμπανοκρατούμενο Αφγανιστάν, αφού η τζιχαντιστική οργάνωση έχει εγγυημένη την εύνοια του Πακιστάν και του Κατάρ, ενώ φρόντισε ήδη να κλείσει άτυπες συμφωνίες “μη επέμβασης” τύπου Μολότωφ-Ρίμπεντροπ με την Κίνα και τη Ρωσία.

Μια αχρείαστη και προβλέψιμη καταστροφή

H εξαιρετικά οδυνηρή ανθρωπιστικά και επιβλαβής για τα δυτικά συμφέροντα εξέλιξη αυτή στο Αφγανιστάν ήταν απόλυτα προβλέψιμη, αλλά και αχρείαστη. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αναπόφευκτη η κατάρρευση μιας χώρας με πολύ μεγάλη στρατηγική σημασία και η επαναφορά στην εξουσία των τζιχαντιστών μετά από 20 χρόνια. Οι απόλυτα θεμιτοί και εύλογοι στόχοι της ενδο-αφγανικής ειρήνευσης και της αποδέσμευσης των δυτικών στρατευμάτων δεν ήταν καθόλου απαραίτητο να οδηγήσουν σε μια ανθρωπιστική καταστροφή με απροσδιόριστο μέγεθος και σε μια γεωπολιτική ήττα για τη Δύση με πολύ μεγάλες διαστάσεις. Ακόμη και μετά την καταστροφική και άθλια συμφωνία “ειρήνευσης” ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ταλιμπάν τον Φεβρουάριο του 2020 υπήρχαν δυνατότητες αυτή η κάκιστη συμφωνία να μην οδηγήσει σε μια ιστορικών διαστάσεων καταστροφή.

Το κυριότερο στοιχείο της συμφωνίας ΗΠΑ-Ταλιμπάν που ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε καταστροφικά αποτελέσματα ήταν η πλήρης απουσία ρήτρας ακύρωσης σε περίπτωση καταφανούς καταστρατήγησής της συμφωνίας από τους Ταλιμπάν. Η συμφωνία ουσιαστικά είναι μια συμφωνία συνθηκολόγησης και ασφαλούς αποχώρησης και πέραν τούτου ουδέν. Δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για την περίπτωση που οι Ταλιμπάν τηρήσουν μεν τη συμφωνία με το να μην επιτεθούν στα αποχωρούντα αμερικανικά στρατεύματα, αλλά ταυτόχρονα εξαπολύσουν μια μαζική εκστρατεία ολοκληρωτικής κατάληψης της χώρας. Τον περασμένο Φεβρουάριο το Afghanistan Study Group, μια επιτροπή που συνέστησε το Κογκρέσο και αποτελείται από διπλωμάτες, απόστρατους επιτελείς και γερουσιαστές, παρουσίασε μια έκθεση για το τι έπρεπε να κάνει η αμερικανική Κυβέρνηση για να καλύψει ή μετριάσει τα κενά της Συμφωνίας της Ντόχα. Καμία ουσιαστικά από τις προτάσεις της Επιτροπής δεν υλοποιήθηκε από την Κυβέρνηση Μπάιντεν.

Και δεν ήταν μόνο -ή κυρίως- η αποχώρηση των αμερικανικών και συμμαχικών στρατευμάτων που έγειρε την πλάστιγγα, αλλά και η αποχώρηση ολόκληρης της υλικοτεχνικής υποστήριξης του αφγανικού στρατού και αεροπορίας. Μαζί με τους στρατιώτες έφυγαν και όλοι οι μηχανικοί συντήρησης των αεροσκαφών, ελικοπτέρων και άλλων αμυντικών συστημάτων των αφγανικών ενόπλων δυνάμεων, σε σημείο που να είναι αδύνατη η συντήρηση του συνόλου σχεδόν των αεροπορικών δυνάμεων και άλλων αμυντικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας. Εν ολίγοις, οι Ηνωμένες Πολιτείες άφησαν γυμνές τις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις απέναντι στους Ταλιμπάν, χωρίς αυτές να έχουν το χρόνο και τις δυνατότητες να αντικαταστήσουν την υλικοτεχνική αμυντική υποστήριξη των Αμερικανών.

Τον περασμένο Μάιο, λίγες μόνο ημέρες μετά τις ανακοινώσεις Μπάιντεν για τήρηση της συμφωνίας της Ντόχα από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και άμεση αποχώρηση όλων των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν είχα τη δυνατότητα να συνομιλήσω για το θέμα στα πλαίσια του Φόρουμ των Δελφών με τον Στρατηγό ε.α. Ντέιβιντ Πετρέους, πρώην διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν την περίοδο 2010~2011 και πρώην διοικητή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) των ΗΠΑ. Ο έμπειρος Αμερικανός αξιωματούχος προέβλεψε ότι η άνευ όρων των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων από τη χώρα θα οδηγούσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο και στην επιστροφή τρομοκρατικών τζιχαντιστικών οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος. Ακόμη και ο Στρατηγός Πετρέους, ο οποίος αναδείχθηκε σε κορυφαίες θέσεις από την Κυβέρνηση Ομπάμα με Αντιπρόεδρο τον Τζο Μπάιντεν, δεν μπόρεσε να προβλέψει την πλήρη κατάρρευση της αφγανικής Κυβέρνησης.

Επικών διαστάσεων διαφθορά, αποποίηση ευθυνών και πολιτικό κόστος

Οι απογοητευτικές αυτές εξελίξεις στο “νεκροταφείο των αυτοκρατοριών” δεν είναι όμως μόνο αποτέλεσμα των εσφαλμένων αποφάσεων του Ντόναλντ Τραμπ και του Τζο Μπάιντεν. Οι ρίζες αυτής της θλιβερής κατάληξης βρίσκονται στα τέλη της δεκαετίας του 2000, όταν στο Αφγανιστάν κυβερνούσε ο τέως Πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι και οι Αμερικανοί έχασαν την υπομονή τους από την επικών διαστάσεων διαφθορά της αφγανικής Κυβέρνησης, και ειδικά του Καρζάι προσωπικά, τη διαχειριστική ανικανότητα και τη διγλωσσία του Αφγανού Προέδρου απέναντι στους Ταλιμπάν και στρατηγικούς αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως το Ιράν. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του τότε Αμερικανού Υπουργού Άμυνας o Ρόμπερτ Μ. Γκέιτς στο βιβλίο του “Duty: Memoirs of a Secretary at War” από ένα επεισοδιακό δείπνο στο προεδρικό μέγαρο στην Καμπούλ το 2008, όταν ο τότε Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας Τζο Μπάιντεν έχασε την ψυχραιμία του με τον Καρζάι και πετώντας την πετσέτα του στο πάτωμα αποχώρησε επιδεικτικά από το δείπνο.

Ο φαύλος κύκλος της διαφθοράς ξεκίνησε ουσιαστικά αμέσως μετά την εμπλοκή των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων το 2001, όταν ο πρόσφατα αποβιώσας Υπουργός Άμυνας της Κυβέρνησης Μπους Ντόναλντ Ράμσφελντ ενέκρινε τη συστηματική μισθοδότηση με πακτωλούς μαύρων χρημάτων όλων σχεδόν των φιλοδυτικών φυλάρχων και πολεμάρχων στο Αφγανιστάν, με το σκεπτικό ότι “έτσι θα είναι μαζί μας”. Η ασυδοσία όμως έφερε ασυγκράτητη βουλιμία και το αποτέλεσμα μετά από χρόνια ήταν να δίδονται δισεκατομμύρια δολάρια από την αμερικανική Κυβέρνηση, και τους Αμερικανούς φορολογούμενους στο Αφγανιστάν, και τα αποτελέσματα να είναι από πενιχρά έως ανύπαρκτα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η έρευνα με τίτλο “The Afghanistan Papers – A Secret History of the War”, που διεξήγαγε επί χρόνια ο δημοσιογράφος της Washington Post Κρέγκ Γουίτλοκ, και η οποία θα εκδοθεί στο τέλος του μήνα στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, υπήρχε μεγάλη πίεση στις δυτικές χώρες για τερματισμό της στρατιωτικής εμπλοκής των χωρών τους στο Αφγανιστάν, καθώς επί σειρά ετών υπήρχαν σημαντικές απώλειες ανάμεσα στα συμμαχικά στρατεύματα και τα πλάνα στις τηλεοράσεις με φέρετρα σκοτωμένων στρατιωτών δημιουργούσαν σημαντικά πολιτικά προβλήματα στις δυτικές Κυβερνήσεις, οι οποίες είχαν μια εγγενή δυσκολία να εξηγήσουν στους πολίτες των χωρών τους την αναγκαιότητα της συνέχισης της στρατιωτικής εμπλοκής στο Αφγανιστάν. Ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν ο πρώτος που αναίρεσε τις προεκλογικές του δεσμεύσεις του 2008 για την πολιτική απέναντι στο Αφγανιστάν και δρομολόγησε ή συναίνεσε στην απόφαση του NATO στη Σύνοδο της Λισαβόνας τον Νοέμβριο του 2010, κατά την οποία αποφασίστηκε η σταδιακή αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν μέχρι το τέλος του 2014. Ακούγεται εντελώς ειρωνικό πια, αλλά σε εκείνη τη Σύνοδο, οι σύμμαχες χώρες δήλωσαν ότι είναι “μακροπρόθεσμα δεσμευμένες” απέναντι στο Αφγανιστάν, και πως η αποχώρηση θα είναι συνδεδεμένη με όρους και όχι με χρονοδιαγράμματα. Ο δε τότε Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας Άντερς Φογκ Ράσμουσεν δήλωσε πως “θα παραμείνουμε όσο χρειαστεί για να τελειώσουμε τη δουλειά μας”. Ακόμη πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι στην ίδια Σύνοδο του ΝΑΤΟ συμμετείχε και ο τότε Πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ, καθώς οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας ήταν τότε στο απόγειό τους, ο οποίος μάλιστα δεσμεύθηκε για βοήθεια στη σταθερότητα του Αφγανιστάν.

Η αλλαγή πολιτική από τον Ομπάμα είχε αρχίσει να συντελείται από τα τέλη του 2009 και ενώ είχε συναινέσει στην αποστολή επιπλέον 30.000 Αμερικανών στρατιωτών για να καταστείλουν τις διογκούμενες επιθέσεις των Ταλιμπάν. Ο -τότε- Αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν ήταν όμως εξαρχής κάθετα αντίθετος στην εκστρατεία στο Αφγανιστάν και πίστευε πως οι ΗΠΑ έπρεπε να αποσύρουν τη συντριπτική πλειοψηφία των στρατευμάτων τους από το Αφγανιστάν και αν αφήσουν μόνο έναν μικρό αριθμό επίλεκτων δυνάμεων με μοναδική αποστολή την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας. Για το λόγο αυτό είχε έρθει τότε σε σύγκρουση με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Πενταγώνου αλλά και την τότε Υπουργό Εξωτερικών Χίλαρυ Κλίντον. Μάλιστα ο ίδιος ο Ομπάμα αναφέρει στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο “A promised land”, ότι αμέσως μετά την ανάληψη της Προεδρίας τον Ιανουάριο του 2009 ο Μπάιντεν τον συμβούλευσε εμπιστευτικά για το ζήτημα του Αφγανιστάν: “Μην αφήσεις τους στρατηγούς να σε εγκλωβίσουν” και “μην τους αφήσεις να σε βραχυκυκλώσουν”.

Στην απόφαση όμως για απεγκλωβισμό του NATO και των συμμαχικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν συνετέλεσε τα μάλα και ο ίδιος ο Αφγανός Πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι, ο οποίος πίεζε τη Συμμαχία να αποχωρήσει, εμφορούμενος κυρίως από ιδιοτελή πολιτικά και προσωπικά συμφέροντα και αφού η αμερικανική γραφειοκρατία είχε σταματήσει να διοχετεύει στον στενό του κύκλο και τον ευρύτερο κύκλο των ευνοουμένων φυλάρχων και πολεμάρχων τον πακτωλό των μαύρων χρημάτων της προηγούμενης δεκαετίας. Λίγο μετά δε από τη Σύνοδο της Λισαβόνας, ο Καρζάι άρχισε να διαφοροποιείται προκλητικά ως προς την εξωτερική πολιτική της χώρας, συνάπτοντας στενότατες σχέσεις με το Πακιστάν, το οποίο ήταν η βασική χώρα που ενίσχυε το αντάρτικο των Ταλιμπάν. Το αποκορύφωμα δε ήρθε λίγο πριν από τη λήξη της θητείας του το 2014, όταν κόντρα σε ολόκληρη τη Δύση υποστήριξε πλήρως τη Ρωσία στην προσάρτηση της Κριμαίας και την προσπάθεια απόσχισης της Ανατολικής Ουκρανίας.

Τα διεθνοπολιτικά αυτά φάλτσα του Καρζάι εξόργισαν εντελώς την Ουάσιγκτον και η εκλογή στην Προεδρία του Αφγανιστάν του “τεχνοκράτη” Ασράφ Γκάνι δεν βελτίωσε αισθητά το ψυχρό και αρνητικό κλίμα. Η κατάσταση δε χάλασε εντελώς με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος εκλέχτηκε με διακηρυγμένη δέσμευση την πλήρη αποχώρηση και των τελευταίων αμερικανικών στρατευμάτων από την ασιατική χώρα. Μετά και την υλοποίηση της απόφασης του NATO για αποχώρηση των μάχιμων στρατευμάτων στα τέλη του 2014, στο Αφγανιστάν είχαν μείνει μόνο 3.500 Αμερικανοί στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων, με αποστολή την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας και άλλοι περίπου 4.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Γερμανοί και άλλοι στρατιώτες, με καθήκοντα αποκλειστικά την εκπαίδευση του αφγανικού στρατού. Στη χώρα όμως είχαν μείνει ισχυρές δυνάμεις της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας, η οποία παρείχε κρίσιμη αεροπορική υποστήριξη στις χερσαίες επιχειρήσεις του αφγανικού στρατού, όπως και σημαντικός αριθμός μονάδων μηχανικής υποστήριξης και τεχνικές υπεργολαβικές εταιρείες που συντηρούσαν τα αεροπλάνα και τον λοιπό υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό που είχαν παραχωρήσει οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν.

Η Προεδρία Τραμπ, παρόλες τις σφοδρές αντιρρήσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Πενταγώνου, δρομολόγησε διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν, ασπαζόμενη το κίβδηλο αφήγημα ότι οι Ταλιμπάν είναι κουρασμένοι από τον πολυετή πόλεμο και πως είναι έτοιμοι να συμπράξουν έμπρακτα σε μια τελική συμφωνία ειρήνης. Στη ψευδαίσθηση αυτή συνέβαλαν και διάφοροι πονηροί επιτήδιοι της περιοχής, όπως η ηγεσία του καθεστώτος του Κατάρ, η οποία πρωτοστάτησε στην προώθηση του ψευδοαφηγήματος ότι οι Ταλιμπάν “άλλαξαν” και “έχουν λογικευθεί”. Από δίπλα όμως συνέτρεξαν και άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα, η κάθε μια για τα δικά της γεωπολιτικά συμφέροντα. Η Ρωσία διαβλέπει μια λαμπρή ευκαιρία να εξοβελιστούν μια και καλή οι δυτικές δυνάμεις από την ευρύτερη περιοχή της Νότιας Ασίας και να απωλέσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας το NATO ως εγγυήτρια στρατιωτική δύναμη που προστατεύει μέχρις εσχάτων τους συμμάχους του. Από εδώ και πέρα οι Ρώσοι θα διαφημίζουν το πως έσωσαν από βέβαιη εξουδετέρωση το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, ενώ το NATO “πούλησε” την Κυβέρνηση του Αφγανιστάν. Ο κυνισμός, η υποκρισία και η διεθνοπολιτική γελοιότητα της ρωσικής Κυβέρνησης έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε μόλις πριν από 20 ημέρες και ενώ η προέλαση των τζιχαντιστών είχε ήδη αρχίσει, ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ χαρακτήρισε τους Ταλιμπάν “λογικούς” και κατηγόρησε την αφγανική Κυβέρνηση για το αδιέξοδο στις ειρηνευτικές συνομιλίες της Ντόχα. Η δε Κίνα από τη δική της πλευρά, ενδιαφέρεται και εκείνη να καλύψει το κενό επιρροής στο Αφγανιστάν, να εκδιωχθούν οι Αμερικανοί από την περιοχή, να ανασχεθεί η επιρροή της Ινδίας στη χώρα και να λάβει εγγυήσεις ότι οι Ταλιμπάν θα σταματήσουν να υποστηρίζουν τους Ισλαμιστές Ουϊγούρους της κινεζικής επαρχίας Ζιντζιάνγκ. Οι Κινέζοι φαίνεται πως έλαβαν τις σχετικές εγγυήσεις από τους Ταλιμπάν κατά την πρόσφατη επίσκεψη υψηλόβαθμης αντιπροσωπείας των Ταλιμπάν στην κινεζική πόλη Τιανζίν και τις συνομιλίες τους με αξιωματούχους του Υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας. Ως αντάλλαγμα, η Κίνα φέρεται πρόθυμη να αναγνωρίσει το καθεστώς των Ταλιμπάν σε περίπτωση που καταλάβουν και την Καμπούλ.

Στο πολυσύνθετο αυτό κάδρο προσπάθησε να μπει και η Τουρκία, με την πρόταση “καλής θέλησης” προς τις ΗΠΑ να αναλάβει ο τουρκικός στρατός τη φρούρηση του διεθνούς αεροδρομίου της Καμπούλ. Και ενώ οι Ταλιμπάν έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι αντιτίθενται σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο Τούρκος Πρόεδρος δήλωσε ότι προτίθεται να συναντηθεί και με τον ηγέτη των Ταλιμπάν για να τον πείσει προς αυτήν τη κατεύθυνση. Οι εξελιξεις όμως των τελευταίων ημερών είναι πολύ πιθανό να καταστήσουν το τουρκικό παίγνιο απλά άνευ αντικειμένου.

Μπορούσε να είχε αποφευχθεί αυτή η εξέλιξη;

Η προέλαση των τζιχαντιστών Ταλιμπάν, η πιθανή πλέον κατάληψη ολόκληρης της χώρας, η σοβούσα και ραγδαία αυξανόμενη ανθρωπιστική κρίση, το πιθανό νέο κύμα Αφγανών προσφύγων προς τη Δύση, η κατατρόπωση των δυτικών συμφέρόντων από την περιοχή και η ενδυνάμωση των αντιπάλων της Δύσης, η πιθανή επανεμφάνιση της διεθνούς τζιχαντιστικής τρομοκρατίας με έδρα το Αφγανιστάν, η πιθανή καταστροφή όσων θετικών έργων είχαν γίνει από τις δυτικές δυνάμεις τα τελευταία 20 χρόνια στο Αφγανιστάν σε επίπεδο υποδομών, εκπαίδευσης και πολιτισμού, και η οδυνηρή απώλεια αξιοπιστίας των ΗΠΑ και του NATO ως αξιόπιστων συμμάχων που δεν εγκαταλείπουν τους συμμάχους τους στο χείλος του γκρεμού, αποτελούν αμείλικτα ερώτημα που ζητούν πειστικές απαντήσεις.

Από την άλλη πλευρά υπάρχει ένας αντίλογος με κάποια λογικά ή λογικοφανή επιχειρήματα. “Για πόσα χρόνια μπορεί να παραμένει η Δύση στο Αφγανιστάν, να πολεμάει, να μετράει απώλειες και να ξοδεύει μεγάλα ποσά χωρίς ορατή προοπτική επιτυχίας;”, “Γιατί πρέπει να επενδύουμε σε έμψυχο υλικό και σε κεφάλαια σε μια χώρα που δεν είναι μεταρρυθμίσιμη;”, “Αφού σχεδόν εκμηδενίστηκε η Αλ Κάιντα και εξοντώθηκε ο μπιν Λάντεν, τι δουλειά έχουμε να πολεμάμε στη μέση του πουθενά της Ασίας;,” “Η προέλαση των Ταλιμπάν είναι μη αναστρέψιμη” κ.ά.

Όλα αυτά τα ερωτήματα ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα της κοινής γνώμης στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που θυμούνται με πόνο τα θύματα των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, χωρίς να έχει εξηγηθεί με υπευθυνότητα από τις πολιτικές ηγεσίες η αναγκαιότητα αυτών των πολέμων. Και το χειρότερο είναι ότι όλες σχεδόν οι ηγεσίες δεν έχουν την απαραίτητη πολιτική βούληση και το σθένος να ολοκληρώσουν με επιτυχία αυτούς τους πολέμους. Κραυγαλέα αντίθεση η ηγεσία της Ρωσίας επί Πούτιν, που όταν αποφασίσει να εμπλακεί σε έναν πόλεμο, κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να κερδίσει τον πόλεμο, ανεξάρτητα από το κόστος σε ανθρώπινες απώλειες.

Οι σύμβουλοι των Προέδρων Τραμπ και Μπάιντεν θεωρούσαν ότι το δυσμενέστερο σενάριο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν μια βαλτωμένη ισορροπία τύπου “stalemate”, όπου η Κυβέρνηση της Καμπούλ και οι Ταλιμπάν θα μοιράζονταν την κυριαρχία της χώρας με κάποια άτυπη ή επίσημη συμφωνία. Το συγκεκριμένο σενάριο όμως φαίνεται ήδη ξεπερασμένο από τις εξελίξεις, και στις επόμενες ημέρες ενδέχεται να καταληφθεί ολόκληρη η χώρα,να απωλεσθεί κάθε επιρροή για τη Δύση στην περιοχή, να ξεκινήσει ένα μεγάλο προσφυγικό κύμα προς την Ευρώπη και να δημιουργηθεί μια καινούργια βάση για τρομοκρατικές επιθέσεις προς την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ας μην ξεχνάμε ότι σε λιγότερο από μήνα συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την φρικτή τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης και το Πεντάγωνο που κόστισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Είναι δε πολύ πιθανό και άλλες φιλόδοξες τζιχαντιστικές οργανώσεις να πάρουν θάρρος και υποστήριξη από την επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και να επιδιώξουν αντίστοιχες ανατροπές, ακόμη και σε χώρες κοντά στην Ευρώπη. Όποιος παρακολουθεί τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη Βόρεια Αφρική και το Σαχέλ, αλλά και τις πρόσφατες επιθέσεις ξανά του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ μπορεί εύκολα να καταλάβει τις αντιστοιχίες.

Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί και δεν πρόκειται για κινδυνολογίες κάποιων “γερακιών” της εξωτερικής πολιτικής και κάποιων βιομηχανιών οπλικών συστημάτων. Η ενδεχόμενη -και πιθανή πλέον- επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημία στην ασφάλεια και τα συμφέροντα της Δύσης από το όποιο κόστος ανάσχεσής της. Και ναι, ακόμη και σήμερα, Σάββατο 14 Αυγούστου, που γράφεται αυτή η ανάλυση, υπάρχει ακόμη ο χρόνος να αποφευχθεί το απολύτως καταστροφικό σενάριο και να επιτευχθεί μια κάποια ισορροπία στη χώρα, χωρίς να δημιουργηθεί μια λίαν επικίνδυνη μαύρη τρύπα στο γεωπολιτικό χάρτη. Ο Στρατηγός ε.α. Τζον Άλεν, διάδοχος του Στρατηγού Πετρέους στη διοίκηση των συμμαχικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, δημοσίευσε χθες ένα πολύ σημαντικό άρθρο με συγκεκριμένες προτάσεις που θα μπορούσαν να τραβήξουν μια κόκκινη γραμμή στη ραγδαία προέλαση των Ταλιμπάν. Παράλληλα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο διεξάγονται εντατικές διαπραγματεύσεις στη Ντόχα με τη μεσολάβηση του καθεστώτος του Κατάρ (όσο αξιόπιστο μπορεί αυτό να είναι) για σύναψη ανακωχής ανάμεσα στην Κυβέρνηση Γκάνι και τους Ταλιμπάν.

Σε όλο αυτό το δυστοπικό θέατρο των εξελίξεων, η Ευρώπη απλά παρακολουθεί με δέος και αμηχανία, χωρίς να έχει τη βούληση ή/και τη δυνατότητα να πάρει πρωτοβουλίες χωρίς τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι μόνοι Ευρωπαίοι πολιτικοί που τόλμησαν να μιλήσουν με ειλικρίνεια ήταν ο Υπουργός Άμυνας της Βρετανίας Μπεν Γουόλαςο Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της γερμανικής Βουλής Νόρμπερτ Ρέτγκεν και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του βρετανικού Κοινοβουλίου Τομ Τούγκεντχατ.  Ο Γουόλας είπε χωρίς περιστροφές ότι η συμφωνία που συνήψε ο Ντόναλντ Τραμπ με τους Τάλιμπαν είναι “άθλια” και πως με αυτήν τη συμφωνία οι Ταλιμπάν δεν έχουν κανένα κίνητρο να συμφωνήσουν για ειρήνευση με την Κυβέρνηση της Καμπούλ. Ο Βρετανός Υπουργός Άμυνας είπε επίσης ότι η Βρετανία πρότεινε στους υπόλοιπους συμμάχους να παραμείνουν στο Αφγανιστάν, παρά την αποχώρηση των Αμερικανών αλλά καμία χώρα δεν δέχθηκε. Ο Ρέτγκεν ζήτησε από τη διεθνή κοινότητα να αποτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων από τους Ταλιμπάν, ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε την αποστολή ξανά γερμανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν. Ο Τούγκεντχατ τέλος έγραψε στο Twitter πως με την απόφαση αποχώρησης “τραβήξαμε το χαλί κάτω από τα πόδια των Αφγανών” και πως είναι “έξαλλος, διότι δεν χρειαζόταν να το κάνουμε αυτό. Διότι αφορά την αυριανή μας ελευθερία, όχι μόνο το Αφγανιστάν σήμερα. Διότι η μόνη ήττα είναι δικό μας δημιούργημα. Μπορούσαμε να είχαμε αποφασίσει να δράσουμε διαφορετικά”, ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τούγκεντχατ.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: