Γιατί η ουκρανική κρίση είναι σφάλμα τής Δύσης

Η κοινή αντίληψη στην Δύση κατηγορεί την ρωσική επιθετικότητα για την κρίση τής Ουκρανίας. Αλλά αυτός ο υπολογισμός είναι λανθασμένος: Η Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της, στην πραγματικότητα μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος τής ευθύνης, έχοντας επί δεκαετίες πιέσει προς τα ανατολικά μέσα στην φυσική σφαίρα των συμφερόντων τής Ρωσίας. (foreignaffairs.com)

του John J. Mearsheimer*

Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη στην Δύση, για την ουκρανική κρίση μπορεί να κατηγορηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου η ρωσική επιθετικότητα. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, προσάρτησε την Κριμαία εξαιτίας μιας μακροχρόνιας επιθυμίας να επαναφέρει στην ζωή την σοβιετική αυτοκρατορία, και μπορεί τελικά να κυνηγήσει το υπόλοιπο της Ουκρανίας, καθώς και άλλες χώρες τής Ανατολικής Ευρώπης. Κατά την άποψη αυτή, η αποπομπή τού προέδρου τής Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, τον Φεβρουάριο του 2014 παρείχε απλώς ένα πρόσχημα για την απόφαση του Πούτιν να διατάξει τις ρωσικές δυνάμεις να καταλάβουν τμήμα τής Ουκρανίας.

Αλλά αυτός ο υπολογισμός είναι λανθασμένος: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος τής ευθύνης για την κρίση. Η κύρια ρίζα τού προβλήματος είναι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, το κεντρικό στοιχείο μιας ευρύτερης στρατηγικής για να μετακινήσει την Ουκρανία έξω από την τροχιά τής Ρωσίας και να την ενσωματώσει στην Δύση. Την ίδια στιγμή, η επέκταση της ΕΕ προς ανατολάς και η Δυτική υποστήριξη στο κίνημα υπέρ τής δημοκρατίας στην Ουκρανία – αρχίζοντας με την Πορτοκαλί Επανάσταση το 2004 – ήταν κρίσιμα στοιχεία, επίσης. Από τα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, οι Ρώσοι ηγέτες έχουν αντιταχθεί στην διεύρυνση του ΝΑΤΟ και, τα τελευταία χρόνια, έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν θα σταθούν απαθείς ενώ οι στρατηγικά σημαντικοί γείτονές τους μετατρέπονται σε Δυτικό προμαχώνα. Για τον Πούτιν, η παράνομη ανατροπή τού δημοκρατικά εκλεγμένου και φιλορώσου προέδρου τής Ουκρανίας – την οποία δικαίως αποκάλεσε «πραξικόπημα» – ήταν η τελική σταγόνα. Απάντησε με την κατάληψη της Κριμαίας, μια χερσόνησο που φοβόταν ότι θα φιλοξενήσει μια ναυτική βάση τού ΝΑΤΟ, και προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει την Ουκρανία έως ότου αυτή εγκαταλείψει τις προσπάθειές της να ενταχθεί στην Δύση.

Η αντίδραση του Πούτιν δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Στο κάτω-κάτω, η Δύση έχει προχωρήσει στο κατώφλι τής Ρωσίας και απειλεί βασικά στρατηγικά συμφέροντά της, ένα σημείο που ο Πούτιν υπογράμμισε κατηγορηματικά και επανειλημμένα. Οι ελίτ στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη έχουν τυφλωθεί από τα γεγονότα απλώς επειδή υποτάσσονται σε μια λανθασμένη άποψη της διεθνούς πολιτικής. Έχουν την τάση να πιστεύουν ότι η λογική τού ρεαλισμού έχει μικρή σημασία στον 21ο αιώνα και ότι η Ευρώπη μπορεί να παραμένει ακέραιη και ελεύθερη στην βάση φιλελεύθερων αρχών όπως το κράτος δικαίου, η οικονομική αλληλεξάρτηση και η δημοκρατία.

Αλλά αυτό το μεγάλο σχέδιο πήγε στραβά στην Ουκρανία. Η κρίση δεν δείχνει ότι η realpolitik παραμένει επίκαιρη – και τα κράτη που αγνοούν το γεγονός αυτό, το κάνουν με δικό τους ρίσκο. Οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ηγέτες μπλέχτηκαν στην προσπάθεια να μετατρέψουν την Ουκρανία σε ένα δυτικό προπύργιο στα σύνορα της Ρωσίας. Τώρα που οι συνέπειες έχουν γίνει ξεκάθαρες, θα ήταν ένα ακόμα μεγαλύτερο λάθος να συνεχιστεί αυτή η κακοσχεδιασμένη πολιτική.

Η ΔΥΤΙΚΗ ΥΒΡΙΣ

Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος ήρθε σε ένα τέλος, οι Σοβιετικοί ηγέτες προτίμησαν οι δυνάμεις των ΗΠΑ να παραμείνουν στην Ευρώπη και το ΝΑΤΟ να μείνει άθικτο, μια διευθέτηση που νόμιζαν ότι θα κρατήσει την επανενωμένη Γερμανία ειρηνική. Αλλά αυτοί και οι Ρώσοι διάδοχοί τους δεν θέλουν το ΝΑΤΟ να γίνεται όλο και μεγαλύτερο και υπέθεταν ότι οι Δυτικοί διπλωμάτες κατανοούν τις ανησυχίες τους. Η κυβέρνηση Κλίντον προφανώς σκέφτηκε διαφορετικά, και στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, άρχισε να ωθεί το ΝΑΤΟ να επεκταθεί.

Ο πρώτος γύρος τής διεύρυνσης έλαβε χώρα το 1999 και έφερε στην συμμαχία την Τσεχική Δημοκρατία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Η δεύτερη έγινε το 2004˙ Περιελάμβανε την Βουλγαρία, την Εσθονία, την Λετονία, την Λιθουανία, την Ρουμανία, την Σλοβακία και την Σλοβενία. Η Μόσχα παραπονέθηκε πικρά από την αρχή. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της εκστρατείας των βομβαρδισμών τού ΝΑΤΟ εναντίον των Σέρβων τής Βοσνίας το 1995, ο Ρώσος πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν είπε ότι «Αυτή είναι η πρώτη ένδειξη για το τι θα μπορούσε να συμβεί, όταν το ΝΑΤΟ φθάσει ακριβώς μέχρι τα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. … Η φλόγα τού πολέμου θα μπορούσε να ξεσπάσει σε ολόκληρη την Ευρώπη». Όμως οι Ρώσοι ήταν πολύ αδύναμοι τότε για να εκτροχιάσουν την κίνηση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς – η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν έδειχνε και τόσο απειλητική, δεδομένου ότι κανένα από τα νέα μέλη δεν μοιράζεται σύνορα με την Ρωσία, εκτός από τις μικροσκοπικές χώρες τής Βαλτικής.

Στην συνέχεια, το ΝΑΤΟ άρχισε να κοιτάζει πιο ανατολικά. Στην σύνοδο κορυφής τού Βουκουρεστίου τον Απρίλιο του 2008, η συμμαχία μελέτησε την είσοδο της Γεωργίας και της Ουκρανίας. Η κυβέρνηση του George W. Bush υποστήριξε κάτι τέτοιο, αλλά η Γαλλία και η Γερμανία αντιτάχθηκαν στην κίνηση υπό τον φόβο ότι θα ανταγωνίζοντο αδικαιολόγητα την Ρωσία. Στο τέλος, τα μέλη τού ΝΑΤΟ κατέληξαν σε συμβιβασμό: Η συμμαχία δεν άρχισε την επίσημη διαδικασία που οδηγεί στην ένταξη, αλλά εξέδωσε δήλωση υιοθετώντας τις φιλοδοξίες τής Γεωργίας και της Ουκρανίας και δηλώνοντας με τόλμη ότι «Αυτές οι χώρες θα γίνουν μέλη τού ΝΑΤΟ».

Η Μόσχα, ωστόσο, δεν είδε το αποτέλεσμα τόσο πολύ ως έναν συμβιβασμό. Ο Alexander Grushko, ο τότε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών τής Ρωσίας, δήλωσε ότι «Η ένταξη της Γεωργίας και της Ουκρανίας στην συμμαχία είναι ένα τεράστιο στρατηγικό λάθος το οποίο θα έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την πανευρωπαϊκή ασφάλεια». Ο Πούτιν υποστήριξε ότι η αποδοχή αυτών των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ θα αποτελέσει μια «άμεση απειλή» για την Ρωσία. Μια ρωσική εφημερίδα ανέφερε ότι ο Πούτιν, ενώ μιλούσε με τον Μπους, «ξεκάθαρα άφησε να εννοηθεί ότι αν η Ουκρανία γινόταν δεκτή στο ΝΑΤΟ, θα έπαυε να υπάρχει».

Η εισβολή τής Ρωσίας στην Γεωργία τον Αύγουστο του 2008, θα έπρεπε να διαλύσει τις τυχόν υπόλοιπες αμφιβολίες για την αποφασιστικότητα του Πούτιν να αποτρέψει την Γεωργία και την Ουκρανία από το να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος της Γεωργίας, Μιχαήλ Σαακασβίλι, ο οποίος ήταν βαθύτατα προσηλωμένος στην προσχώρηση της χώρας του στο ΝΑΤΟ, είχε αποφασίσει το καλοκαίρι τού 2008 να ενσωματώσει εκ νέου δύο αποσχισθείσες περιοχές, την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία. Αλλά ο Πούτιν προσπάθησε να κρατήσει την Γεωργία αδύναμη και διχασμένη – και έξω από το ΝΑΤΟ. Αφότου ξέσπασαν οι μάχες μεταξύ της κυβέρνησης της Γεωργίας και των αυτονομιστών τής Νότιας Οσετίας, οι ρωσικές δυνάμεις πήραν τον έλεγχο της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας. Η Μόσχα είχε καταδείξει την θέση της. Ωστόσο, παρά αυτήν την σαφή προειδοποίηση, το ΝΑΤΟ δεν εγκατέλειψε ποτέ δημοσίως τον στόχο του να φέρει την Γεωργία και την Ουκρανία στην συμμαχία. Και η επέκταση του ΝΑΤΟ συνέχισε να βαδίζει προς τα εμπρός, με την Αλβανία και την Κροατία να γίνονται μέλη το 2009.

Η ΕΕ, επίσης, πορευόταν προς τα ανατολικά. Τον Μάιο του 2008, παρουσίασε την πρωτοβουλία της Ανατολικής Συνεργασίας, ένα πρόγραμμα για την προώθηση της ευημερίας σε χώρες όπως η Ουκρανία και την ενσωμάτωσή τους στην οικονομία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι απρόσμενα, οι Ρώσοι ηγέτες είδαν το σχέδιο ως εχθρικό προς τα συμφέροντα της χώρας τους. Τον περασμένο Φεβρουάριο, πριν ο Γιανουκόβιτς αναγκαστεί να εγκαταλείψει την θέση του, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, κατηγόρησε την ΕΕ ότι προσπαθεί να δημιουργήσει μια «σφαίρα επιρροής» στην Ανατολική Ευρώπη. Στα μάτια των Ρώσων ηγετών, η διεύρυνση της ΕΕ είναι ένας δούρειος ίππος για την επέκταση του ΝΑΤΟ.

Το τελικό εργαλείο τής Δύσης για το σταδιακό τράβηγμα του Κιέβου μακριά από την Μόσχα ήταν οι προσπάθειές της να διαδώσει τις δυτικές αξίες και την προώθηση της δημοκρατίας στην Ουκρανία και σε άλλα μετα-σοβιετικά κράτη, ένα σχέδιο που συχνά συνεπάγεται την χρηματοδότηση φιλοδυτικών ατόμων και οργανισμών. Η Victoria Nuland, οι Αμερικανίδα βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές υποθέσεις, εκτίμησε τον Δεκέμβριο του 2013 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επενδύσει πάνω από 5 δισεκατομμύρια δολάρια από το 1991 για να βοηθήσουν την Ουκρανία να επιτύχει «το μέλλον που της αξίζει». Ως μέρος αυτής τής προσπάθειας, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε το National Endowment for Democracy. Αυτό το μη κερδοσκοπικό ίδρυμα έχει χρηματοδοτήσει περισσότερα από 60 σχέδια που αποσκοπούν στην προώθηση της κοινωνίας των πολιτών στην Ουκρανία, και ο πρόεδρος του NED, Carl Gershman, αποκάλεσε την χώρα ως «το μεγαλύτερο βραβείο». Αφότου ο Γιανουκόβιτς κέρδισε τις προεδρικές εκλογές τής Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 2010, το NED αποφάσισε ότι υπονόμευε τους στόχους του, και γι’ αυτό ενέτεινε τις προσπάθειές του για την στήριξη της αντιπολίτευσης και την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών τής χώρας.

Όταν οι Ρώσοι ηγέτες βλέπουν την Δυτική κοινωνική μηχανική στην Ουκρανία, ανησυχούν ότι η χώρα τους θα μπορούσε να είναι η επόμενη. Και οι φόβοι αυτοί δύσκολα είναι αβάσιμοι. Τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Gershman έγραψε στην εφημερίδα Washington Post ότι «η επιλογή τής Ουκρανίας να ενταχθεί στην Ευρώπη θα επιταχύνει την κατάρρευση της ιδεολογίας τού ρωσικού ιμπεριαλισμού που αντιπροσωπεύει ο Πούτιν». Και πρόσθεσε: «Οι Ρώσοι, επίσης, αντιμετωπίζουν μια επιλογή, και ο Πούτιν μπορεί να βρεθεί στους χαμένους όχι μόνο στο εγγύς εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό τής ίδιας τής Ρωσίας».

ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ

Το τριπλό πακέτο πολιτικών τής Δύσης – η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η επέκταση της ΕΕ και η προώθηση της δημοκρατίας – έριξε λάδι σε μια φωτιά που περίμενε να ανάψει. Η σπίθα ήρθε τον Νοέμβριο του 2013, όταν ο Γιανουκόβιτς απέρριψε μια σημαντική οικονομική συμφωνία την οποία είχε διαπραγματευθεί με την ΕΕ και αντί γι’ αυτήν αποφάσισε να αποδεχθεί μια ρωσική αντιπροσφορά 15 δισ. δολαρίων. Η απόφαση αυτή προκάλεσε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που κλιμακώθηκαν κατά την διάρκεια των επόμενων τριών μηνών, και που μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου είχε οδηγήσει στον θάνατο περίπου εκατό διαδηλωτές. Δυτικοί απεσταλμένοι πέταξαν βιαστικά στο Κίεβο για την επίλυση της κρίσης. Στις 21 Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έκαναν μια συμφωνία που επέτρεπε στον Γιανουκόβιτς να παραμείνει στην εξουσία έως ότου διεξαχθούν νέες εκλογές. Αλλά αμέσως κατέρρευσε, και ο Γιανουκόβιτς κατέφυγε στην Ρωσία την επόμενη μέρα. Η νέα κυβέρνηση στο Κίεβο ήταν φιλο-δυτική και αντι-ρωσική ως το κόκκαλο, και περιείχε τέσσερα υψηλόβαθμα στελέχη που θα μπορούσαν δικαιολογημένα να χαρακτηριστούν νεοφασίστες.

Παρά το γεγονός ότι η πλήρης έκταση της εμπλοκής των ΗΠΑ δεν έχει έρθει ακόμα στο φως, είναι σαφές ότι η Ουάσιγκτον υποστήριξε το πραξικόπημα. Η Nuland και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής John McCain συμμετείχαν σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, και ο Geoffrey Pyatt, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ουκρανία, διακήρυξε μετά την ανατροπή τού Γιανουκόβιτς ότι ήταν «μια μέρα για τα βιβλία τής ιστορίας». Όπως αποκάλυψε η διαρροή μιας καταγραφής τηλεφωνικών κλήσεων, η Nuland είχε υποστηρίξει την αλλαγή καθεστώτος και ήθελε να γίνει πρωθυπουργός στη νέα κυβέρνηση ο Ουκρανός πολιτικός Arseniy Yatsenyuk, κάτι που έγινε. Δεν είναι άξιο απορίας το ότι Ρώσοι όλων των πεποιθήσεων πιστεύουν ότι η Δύση έπαιξε ρόλο στην αποπομπή τού Γιανουκόβιτς.

Για τον Πούτιν, είχε φτάσει ο χρόνος για να δράσει εναντίον τής Ουκρανίας και της Δύσης. Λίγο μετά τις 22 Φεβρουαρίου διέταξε τις ρωσικές δυνάμεις να πάρουν την Κριμαία από την Ουκρανία, και σύντομα μετά από αυτό, την ενσωμάτωσε στην Ρωσία. Η επιχείρηση αποδείχθηκε σχετικά εύκολη, χάρη στις χιλιάδες των Ρώσων στρατιωτών που ήδη στάθμευαν στη ναυτική βάση τής Κριμαίας στο λιμάνι τής Σεβαστούπολης. Η Κριμαία ήταν επίσης ένας εύκολος στόχος καθώς οι Ρώσοι συνθέτουν περίπου το 60% του πληθυσμού της. Οι περισσότεροι από αυτούς ήθελαν να φύγουν από την Ουκρανία.

Στη συνέχεια, ο Πούτιν εφάρμοσε τεράστια πίεση στη νέα κυβέρνηση στο Κίεβο για να την αποτρέψει από το να συνταχθεί με την Δύση εναντίον τής Μόσχας, καθιστώντας σαφές ότι θα καταστρέψει την Ουκρανία ως ένα λειτουργικό κράτος πριν της επιτρέψει να γίνει ένα δυτικό οχυρό στο κατώφλι τής Ρωσίας. Προς τον σκοπό αυτό, παρείχε συμβούλους, όπλα, και διπλωματική υποστήριξη προς τους Ρώσους αυτονομιστές στην ανατολική Ουκρανία, οι οποίοι σπρώχνουν την χώρα προς τον εμφύλιο πόλεμο. Μάζεψε πολύ στρατό στα ουκρανικά σύνορα, απειλώντας να εισβάλει εάν η κυβέρνηση καταστείλει τους αντάρτες. Και ο ίδιος αύξησε σημαντικά την τιμή τού φυσικού αερίου που πωλεί η Ρωσία στην Ουκρανία και απαίτησε την πληρωμή για προηγούμενες εξαγωγές. Ο Πούτιν παίζει σκληρό παιχνίδι.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Οι ενέργειες του Πούτιν θα έπρεπε να ήταν εύκολο να γίνουν κατανοητές. Ως μια τεράστια έκταση επίπεδης γης που και η ναπολεόντεια Γαλλία και η αυτοκρατορική Γερμανία και η ναζιστική Γερμανία διέσχισαν για να χτυπήσουν την ίδια την Ρωσία, η Ουκρανία χρησιμεύει ως ένα κράτος-«μαξιλάρι» τεράστιας στρατηγικής σημασίας για την Ρωσία. Κανένας Ρώσος ηγέτης δεν θα ανεχόταν μια στρατιωτική συμμαχία που μέχρι πρόσφατα ήταν θανάσιμος εχθρός τής Μόσχας, να κινείται μέσα στην Ουκρανία. Επίσης, κανένας Ρώσος ηγέτης δεν θα παρέμενε άπραγος ενώ η Δύση βοηθούσε να εγκατασταθεί μια κυβέρνηση εκεί, η οποία θα ήταν αποφασισμένη να ενσωματώσει την Ουκρανία στην Δύση.

Στην Ουάσινγκτον μπορεί να μην αρέσει η θέση τής Μόσχας, αλλά θα έπρεπε να κατανοήσει την λογική πίσω από αυτήν. Αυτή είναι η «Γεωπολιτική 101»: Οι μεγάλες δυνάμεις είναι πάντα ευαίσθητες σε πιθανές απειλές κοντά στο έδαφός τους. Στο κάτω-κάτω, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ανέχονται μακρινές μεγάλες δυνάμεις να αναπτύσσουν στρατιωτικές δυνάμεις οπουδήποτε στο Δυτικό Ημισφαίριο, πόσω μάλλον στα σύνορά τους. Φανταστείτε την οργή στην Ουάσιγκτον, αν η Κίνα οικοδομήσει μια εντυπωσιακή στρατιωτική συμμαχία και προσπαθήσει να συμπεριλάβει τον Καναδά και το Μεξικό σε αυτήν. Με την λογική κατά μέρος, οι Ρώσοι ηγέτες έχουν πει σε πολλές περιπτώσεις στους Δυτικούς ομολόγους τους ότι θεωρούν πως η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Γεωργία και την Ουκρανία είναι απαράδεκτη, μαζί με κάθε προσπάθεια να μεταστραφούν αυτές οι χώρες εναντίον τής Ρωσίας – ένα μήνυμα που ο ρωσο-γεωργιανός πόλεμος το 2008 έκανε επίσης πεντακάθαρο.

Αξιωματούχοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους υποστηρίζουν ότι προσπάθησαν σκληρά για να κατευνάσουν τους φόβους τής Ρωσίας και ότι η Μόσχα θα πρέπει να καταλάβει ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει σχέδια για την Ρωσία. Εκτός από το να αρνείται συνεχώς ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ έχει ως στόχο τον περιορισμό τής Ρωσίας, η συμμαχία δεν ανέπτυξε ποτέ μόνιμες στρατιωτικές δυνάμεις στα νέα κράτη-μέλη της. Το 2002, δημιούργησε ακόμη ένα όργανο που ονομάζεται το Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η συνεργασία. Για να κατευνάσουν περαιτέρω την Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν το 2009 ότι θα αναπτύξουν ένα νέο σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας για πολεμικά πλοία στα ευρωπαϊκά ύδατα, τουλάχιστον αρχικά, αντί να το τοποθετήσουν στην Τσεχία ή σε πολωνικό έδαφος. Αλλά κανένα από αυτά τα μέτρα δεν λειτούργησε. Οι Ρώσοι παρέμειναν σταθερά αντίθετοι με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ, κυρίως στην Γεωργία και την Ουκρανία. Και είναι οι Ρώσοι, όχι η Δύση, οι οποίοι τελικά θα αποφασίσουν τι μετράει ως απειλή γι’ αυτούς.

Για να καταλάβει κάποιος γιατί η Δύση, ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι η πολιτική τους στην Ουκρανία έβαζε τις βάσεις για μια μεγάλη σύγκρουση με την Ρωσία, πρέπει να πάει πίσω στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, όταν η κυβέρνηση Κλίντον άρχισε να υποστηρίζει την επέκταση του ΝΑΤΟ. Ειδήμονες προώθησαν μια ποικιλία επιχειρημάτων υπέρ και κατά τής διεύρυνσης, αλλά δεν υπήρχε συναίνεση για το τι πρέπει να γίνει. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι συγγενείς τους, υποστήριξαν σθεναρά την επέκταση, επειδή ήθελαν το ΝΑΤΟ να προστατεύσει χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία. Λίγοι ρεαλιστές ευνόησαν επίσης αυτή την πολιτική, επειδή νόμιζαν ότι η Ρωσία εξακολουθούσε να πρέπει να περιορίζεται.

Αλλά οι περισσότεροι ρεαλιστές αντιτίθεντο στην επέκταση, με την πεποίθηση ότι μια μεγάλη δύναμη σε πτώση με γηράσκοντα πληθυσμό και μια μονοδιάστατη οικονομία στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να περιορίζεται. Και φοβούνταν ότι η διεύρυνση απλώς θα δώσει στην Μόσχα ένα κίνητρο για να προκαλέσει πρόβλημα στην Ανατολική Ευρώπη. Ο διπλωμάτης των ΗΠΑ, George Kennan, άρθρωσε αυτή την άποψη σε μια συνέντευξή του το 1998, λίγο αφότου η Γερουσία των ΗΠΑ ενέκρινε τον πρώτο γύρο επέκτασης του ΝΑΤΟ. «Νομίζω ότι οι Ρώσοι θα αντιδράσουν σταδιακά αρκετά αρνητικά και αυτό θα επηρεάσει τις πολιτικές τους», είπε. «Νομίζω ότι είναι ένα τραγικό λάθος. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για αυτό απολύτως. Κανείς δεν απειλεί κανέναν».

Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι, από την άλλη πλευρά, ευνόησαν την διεύρυνση, συμπεριλαμβανομένων πολλών βασικών μελών τής διοίκησης Κλίντον. Πίστευαν ότι το τέλος τού Ψυχρού Πολέμου μεταμόρφωσε ριζικά την διεθνή πολιτική και ότι μια νέα, μετα-εθνική τάξη είχε αντικαταστήσει την λογική ρεαλισμού που χρησιμοποιείτο για να κυβερνάται η Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν μόνο το «απαραίτητο έθνος», όπως το έθεσε η υπουργός Εξωτερικών Madeleine Albright. Ήταν επίσης ένας καλοήθης ηγεμόνας και έτσι ήταν απίθανο να θεωρηθεί ως απειλή στην Μόσχα. Ο στόχος, στην ουσία, ήταν το σύνολο της ηπείρου να μοιάζει με την Δυτική Ευρώπη.

Και έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους, προσπάθησαν να προωθήσουν την δημοκρατία στις χώρες τής Ανατολικής Ευρώπης, αυξάνοντας την οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ τους, και ενσωματώνοντάς τες σε διεθνείς οργανισμούς. Έχοντας κερδίσει την συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι φιλελεύθεροι είχαν λίγη δυσκολία να πείσουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους να υποστηρίξουν την διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Στο κάτω-κάτω, δεδομένου του προηγούμενου επιτεύγματος της ΕΕ, οι Ευρωπαίοι ήταν ακόμη πιο προσκολλημένοι από όσο οι Αμερικανοί στην ιδέα ότι η γεωπολιτική δεν είχε πλέον σημασία και ότι μια all-inclusive φιλελεύθερη τάξη θα μπορούσε να διατηρήσει την ειρήνη στην Ευρώπη.

Οι φιλελεύθεροι κυριάρχησαν με τέτοια πληρότητα στις συζητήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια κατά την πρώτη δεκαετία αυτού τού αιώνα, που ακόμα και καθώς η συμμαχία υιοθέτησε μια πολιτική ανάπτυξης ανοικτών θυρών, η επέκταση του ΝΑΤΟ αντιμετώπισε λίγη αντιπολίτευση από τους ρεαλιστές. Η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία ήταν πλέον αποδεκτό δόγμα μεταξύ των αξιωματούχων των ΗΠΑ. Τον Μάρτιο, για παράδειγμα, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα εκφώνησε μια ομιλία σχετικά με την Ουκρανία στην οποία μίλησε επανειλημμένα για «ιδεώδη» που κινητοποιούν την Δυτική πολιτική και το πώς αυτές οι ιδέες «έχουν συχνά απειληθεί από μια παλαιότερη, πιο παραδοσιακή αντίληψη της ισχύος». Η αντίδραση του υπουργού Εξωτερικών, Τζον Κέρι, στην κρίση για την Κριμαία αντικατοπτρίζει την ίδια άποψη: «Στον 21ο αιώνα απλά δεν συμπεριφέρεσαι με τον τρόπο του 19ου αιώνα με το να εισβάλεις σε μια άλλη χώρα με εντελώς χαλκευμένα προσχήματα».

Στην ουσία, οι δύο πλευρές λειτουργούσαν με διαφορετικά βιβλία συστημάτων: Ο Πούτιν και οι συμπατριώτες του σκέπτονταν και ενεργούσαν σύμφωνα με τις επιταγές τού ρεαλισμού, ενώ οι δυτικοί ομόλογοί τους ήταν προσκολλημένοι στις φιλελεύθερες ιδέες σχετικά με την διεθνή πολιτική. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους προκάλεσαν εν αγνοία τους μια μεγάλη κρίση στην Ουκρανία.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΡΡΙΨΗΣ ΤΩΝ ΕΥΘΥΝΩΝ

Στην ίδια συνέντευξη, το 1998, ο Kennan προέβλεψε ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα προκαλέσει μια κρίση, μετά την οποία οι υποστηρικτές τής επέκτασης θα «λένε ότι πάντα σας λέγαμε το πώς είναι οι Ρώσοι». Σαν από υποβολέα, οι περισσότεροι Δυτικοί αξιωματούχοι έχουν απεικονίσει τον Πούτιν ως τον πραγματικό ένοχο των δεινών τής Ουκρανίας. Τον Μάρτιο, σύμφωνα με τους New York Times, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ άφησε να εννοηθεί ότι ο Πούτιν ήταν παράλογος, λέγοντας στον Ομπάμα ότι ήταν «σε έναν άλλο κόσμο». Παρά το γεγονός ότι ο Πούτιν έχει χωρίς καμία αμφιβολία αυταρχικές τάσεις, κανένα στοιχείο δεν στηρίζει την κατηγορία ότι είναι διανοητικά ανισόρροπος. Αντιθέτως: Είναι ένας στρατηγιστής πρώτης κατηγορίας που θα πρέπει να προκαλεί φόβο και να γίνεται σεβαστός από οποιονδήποτε τον προκαλέσει στην εξωτερική πολιτική.

Άλλοι αναλυτές ισχυρίζονται, πιο πειστικά, ότι ο Πούτιν εκφράζει λύπη για την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και είναι αποφασισμένος να ανατρέψει αυτή την τάση με την επέκταση των συνόρων τής Ρωσίας. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, ο Πούτιν, αφού κατέλαβε την Κριμαία, δοκιμάζει τώρα τα νερά για να δει αν είναι η κατάλληλη στιγμή για να κατακτήσει την Ουκρανία ή τουλάχιστον το ανατολικό τμήμα της, και τελικά θα συμπεριφερθεί επιθετικά προς άλλες χώρες στην περιοχή τής Ρωσίας. Για κάποιους σε αυτό το στρατόπεδο, ο Πούτιν αντιπροσωπεύει έναν σύγχρονο Αδόλφο Χίτλερ, και η επίτευξη κάθε είδους συμφωνίας μαζί του θα επαναλάβει το λάθος τού Μονάχου. Έτσι, το ΝΑΤΟ πρέπει να επιτρέψει την είσοδο στην Γεωργία και την Ουκρανία για να ανασχέσει την Ρωσία πριν κυριαρχήσει στους γείτονές της και απειλήσει την δυτική Ευρώπη.

Αυτό το επιχείρημα καταρρέει σε σοβαρή εξέταση. Αν ο Πούτιν ήταν αποφασισμένος να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη Ρωσία, τα σημάδια των προθέσεών του σχεδόν σίγουρα θα είχαν προκύψει πριν την 22α Φεβρουαρίου, όμως, πριν από την ημερομηνία αυτή δεν υπάρχει σχεδόν καμία απόδειξη ότι έκλινε προς την κατάληψη της Κριμαίας, πόσω μάλλον για κάποιο άλλο έδαφος στην Ουκρανία. Ακόμα και Δυτικοί ηγέτες που υποστήριζαν την επέκταση του ΝΑΤΟ δεν το έκαναν από φόβο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη. Οι ενέργειες τού Πούτιν στην Κριμαία τους κατέλαβαν εξαπίνης και φαίνεται ότι είχαν μια αυθόρμητη αντίδραση για την αποπομπή τού Γιανουκόβιτς. Αμέσως μετά, ακόμα και ο Πούτιν είπε ότι ήταν αντίθετος με την απόσχιση της Κριμαίας, πριν αλλάξει γρήγορα άποψη.

Εκτός αυτού, ακόμη και αν ήθελε, η Ρωσία δεν έχει την δυνατότητα να κατακτήσει εύκολα και να προσαρτήσει την ανατολική Ουκρανία, πολύ λιγότερο δε το σύνολο της χώρας. Περίπου 15 εκατομμύρια άνθρωποι – το ένα τρίτο τού πληθυσμού τής Ουκρανίας – ζουν ανάμεσα στον ποταμό Δνείπερο, ο οποίος διασχίζει την χώρα, και τα ρωσικά σύνορα. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων θέλουν να παραμείνουν στην Ουκρανία και σίγουρα θα αντισταθούν σε μια ρωσική κατοχή. Επιπλέον, ο μέτριος στρατός τής Ρωσίας, ο οποίος δείχνει κάποια σημάδια ότι μετατρέπεται σε μια σύγχρονη Βέρμαχτ, θα έχει λίγες πιθανότητες να ειρηνεύσει ολόκληρη την Ουκρανία. Η Μόσχα είναι επίσης τοποθετημένη για να πληρώσει μια δαπανηρή κατοχή˙ Η αδύναμη οικονομία της θα υποφέρει ακόμη περισσότερο απέναντι στις κυρώσεις που προκύπτουν.

Αλλά, ακόμη και αν η Ρωσία διέθετε μια ισχυρή στρατιωτική μηχανή και μια εντυπωσιακή οικονομία, θα ήταν ακόμα ίσως ανίκανη να καταλάβει με επιτυχία την Ουκρανία. Αρκεί να δει κανείς τις σοβιετικές και αμερικανικές εμπειρίες στο Αφγανιστάν, τις εμπειρίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στο Ιράκ, και την ρωσική εμπειρία στην Τσετσενία να θυμηθεί ότι οι στρατιωτικές κατοχές συνήθως τελειώνουν άσχημα. Ο Πούτιν σίγουρα καταλαβαίνει ότι το να προσπαθήσει να υποτάξει την Ουκρανία θα είναι σαν να καταπίνει έναν σκαντζόχοιρο. Η απάντησή του στα γεγονότα εκεί υπήρξε αμυντική, όχι επιθετική.

ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι Δυτικοί ηγέτες εξακολουθούν να αρνούνται ότι η συμπεριφορά τού Πούτιν μπορεί να υποκινείται από δικαιολογημένες ανησυχίες ασφαλείας, δεν αποτελεί έκπληξη ότι έχουν προσπαθήσει να την αλλάξουν με τον διπλασιασμό των υφιστάμενων πολιτικών τους και έχουν τιμωρήσει την Ρωσία για να την αποτρέψουν από περαιτέρω επιθετικότητα. Αν και ο Kerry υποστήριξε ότι «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι», ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε και οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν βία για να υπερασπιστούν την Ουκρανία. Αντί γι’ αυτό, η Δύση στηρίζεται στις οικονομικές κυρώσεις για να εξαναγκάσει την Ρωσία να τερματίσει την στήριξή της στους εξεγερμένους στην ανατολική Ουκρανία. Τον Ιούλιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ έθεσαν σε εφαρμογή τον τρίτο γύρο περιορισμένων κυρώσεων, που στοχεύουν κυρίως σε άτομα υψηλού επιπέδου στενά συνδεδεμένα με την ρωσική κυβέρνηση και ορισμένες τράπεζες υψηλού προφίλ και εταιρείες στους τομείς τής ενέργειας και της άμυνας. Επίσης, απείλησαν να εξαπολύσουν έναν άλλο, πιο σκληρό γύρο κυρώσεων, με στόχο ολόκληρους τομείς τής ρωσικής οικονομίας.

Τα μέτρα αυτά θα έχουν μικρή επίδραση. Οι σκληρές κυρώσεις είναι πιθανότατα εκτός συζήτησης ούτως ή άλλως˙ Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, κυρίως η Γερμανία, έχουν αντισταθεί στην επιβολή τους, φοβούμενες ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ανταποδώσει και να προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημία εντός τής ΕΕ. Αλλά ακόμα κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να πείσουν τους συμμάχους τους να θεσπίσουν σκληρά μέτρα, ο Πούτιν θα μπορούσε πιθανότατα να μην αλλάξει τις αποφάσεις του. Η ιστορία δείχνει ότι οι χώρες απορροφούν τεράστιες τιμωρίες προκειμένου να προστατεύσουν τα ζωτικά στρατηγικά τους συμφέροντα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η Ρωσία αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα.

Οι Δυτικοί ηγέτες έχουν, επίσης, επιμείνει στις προκλητικές πολιτικές που δημιούργησαν εξ αρχής την κρίση. Τον Απρίλιο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, συναντήθηκε με Ουκρανούς βουλευτές και τους είπε ότι «Αυτή είναι μια δεύτερη ευκαιρία για να βγει κάτι καλό από την αρχική υπόσχεση της Πορτοκαλί Επανάστασης». Ο John Brennan, ο διευθυντής τής CIA, δεν βοήθησε τα πράγματα όταν, τον ίδιο μήνα, επισκέφθηκε το Κίεβο σε ένα ταξίδι για το οποίο ο Λευκός Οίκος είπε ότι είχε ως στόχο την βελτίωση της συνεργασίας για την ασφάλεια με την ουκρανική κυβέρνηση.

Η ΕΕ, εν τω μεταξύ, συνέχισε να προωθεί την Ανατολική Συνεργασία. Τον Μάρτιο, ο José Manuel Barroso, ο πρόεδρος τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνόψισε το σκεπτικό τής ΕΕ για την Ουκρανία, λέγοντας ότι «Έχουμε ένα χρέος, το καθήκον τής αλληλεγγύης με την χώρα αυτή, και θα εργαστούμε για να την έχουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά σε εμάς». Και βεβαίως, στις 27 Ιουνίου, η ΕΕ και η Ουκρανία υπέγραψαν την οικονομική συμφωνία που ο Γιανουκόβιτς είχε μοιραία απορρίψει επτά μήνες νωρίτερα. Επίσης, τον Ιούνιο, σε μια συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των μελών τού ΝΑΤΟ, συμφωνήθηκε ότι η συμμαχία θα παραμείνει ανοιχτή σε νέα μέλη, αν και οι υπουργοί Εξωτερικών απέφυγαν να αναφέρουν ονομαστικά την Ουκρανία. «Καμιά τρίτη χώρα δεν διαθέτει δικαίωμα βέτο έναντι της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ», ανακοίνωσε ο Anders Fogh Rasmussen, ο Γενικός Γραμματέας τού ΝΑΤΟ. Οι υπουργοί Εξωτερικών συμφώνησαν, επίσης, να υποστηρίξουν διάφορα μέτρα για την βελτίωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων τής Ουκρανίας σε τομείς όπως η διοίκηση και ο έλεγχος, η επιμελητεία, και η κυβερνο-άμυνα. Οι Ρώσοι ηγέτες έχουν φυσικά φρίξει με αυτές τις ενέργειες. Η απάντηση της Δύσης στην κρίση θα κάνει απλώς μια κακή κατάσταση χειρότερη.

Ωστόσο, υπάρχει μια λύση στην κρίση στην Ουκρανία – αν και θα απαιτήσει από την Δύση να σκεφτεί την χώρα με έναν ριζικά νέο τρόπο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να εγκαταλείψουν το σχέδιό τους να εξευρωπαΐσουν την Ουκρανία και να στοχεύσουν αντ’ αυτού να την κάνουν μια ουδέτερη ζώνη μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας, παρόμοια με την θέση τής Αυστρίας κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Οι Δυτικοί ηγέτες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η Ουκρανία έχει τόσο μεγάλη σημασία για τον Πούτιν που δεν μπορούν να υποστηρίξουν ένα αντι-ρωσικό καθεστώς εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια μελλοντική κυβέρνηση της Ουκρανίας θα πρέπει να είναι φιλο-ρωσική ή αντι-ΝΑΤΟ. Αντίθετα, ο στόχος θα πρέπει να είναι μια κυρίαρχη Ουκρανία που δεν θα εμπίπτει ούτε στο ρωσικό ούτε το Δυτικό στρατόπεδο.

Για να επιτευχθεί αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να αποκλείσουν δημοσίως την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Γεωργία και την Ουκρανία. Η Δύση πρέπει να βοηθήσει να φτιαχτεί ένα οικονομικό σχέδιο διάσωσης για την Ουκρανία που θα χρηματοδοτείται από κοινού από την ΕΕ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες – μια πρόταση που η Μόσχα θα πρέπει να επικροτήσει, δεδομένου του συμφέροντός της να έχει μια ευημερούσα και σταθερή Ουκρανία στην δυτική της πλευρά. Και η Δύση θα πρέπει να περιορίσει σημαντικά τις προσπάθειες κοινωνικής μηχανικής στο εσωτερικό τής Ουκρανίας. Είναι καιρός να τεθεί ένα τέλος στην δυτική υποστήριξη για άλλη μια Πορτοκαλί Επανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Ευρώπης θα πρέπει να ενθαρρύνουν την Ουκρανία να σεβαστεί τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ιδιαίτερα τα γλωσσικά δικαιώματα των ρωσόφωνων στο έδαφός της.

Ορισμένοι μπορεί να ισχυρίζονται ότι η αλλαγή πολιτικής προς την Ουκρανία σε αυτήν την προχωρημένη φάση θα βλάψει σοβαρά την αξιοπιστία των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο. Αναμφίβολα θα υπάρξει κάποιο κόστος, αλλά το κόστος τής συνεχιζόμενης λανθασμένης στρατηγικής θα είναι πολύ μεγαλύτερο. Επιπλέον, άλλες χώρες είναι πιθανό να σεβαστούν ένα κράτος που μαθαίνει από τα λάθη του και, τελικά, επινοεί μια πολιτική που διευθετεί αποτελεσματικά το εκάστοτε πρόβλημα. Αυτή η επιλογή είναι σαφώς ανοιχτή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάποιος ακούει επίσης τον ισχυρισμό ότι η Ουκρανία έχει το δικαίωμα να καθορίσει με ποιους θέλει να συμμαχήσει και ότι οι Ρώσοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να εμποδίσουν το Κίεβο από το να ενταχθεί στην Δύση. Αυτός είναι ένας επικίνδυνος τρόπος να σκέπτεται η Ουκρανία τις επιλογές τής εξωτερικής πολιτικής της. Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να είναι συχνά σωστό όταν η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων παίζεται. Αφηρημένα δικαιώματα, όπως η αυτοδιάθεση, είναι σε μεγάλο βαθμό χωρίς νόημα όταν ισχυρά κράτη μπαίνουν σε καυγάδες με πιο αδύναμα κράτη. Μήπως η Κούβα είχε το δικαίωμα να σχηματίσει μια στρατιωτική συμμαχία με την Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου; Οι Ηνωμένες Πολιτείες σίγουρα δεν το σκέφτονται έτσι, και οι Ρώσοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο για μια Ουκρανία που ενώνεται με την Δύση. Είναι προς το συμφέρον τής Ουκρανίας να κατανοήσει αυτά τα γεγονότα τής ζωής και να προχωρήσει προσεκτικά, όταν ασχολείται με τον πιο ισχυρό γείτονά της.

Ωστόσο, ακόμη και αν κάποιος απορρίπτει αυτή την ανάλυση και πιστεύει ότι η Ουκρανία έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα ένταξης στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, παραμένει το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους έχουν το δικαίωμα να απορρίψουν τα αιτήματα αυτά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η Δύση πρέπει να φιλοξενήσει την Ουκρανία, αν εκείνη κλίνει στο να ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική προς την λάθος κατεύθυνση, ειδικά αν η άμυνά της [Ουκρανίας] δεν αποτελεί ένα ζωτικό συμφέρον. Η ικανοποίηση των ονείρων κάποιων Ουκρανών δεν αξίζει την εχθρότητα και την σύγκρουση που θα προκαλέσει, ιδιαίτερα στον ουκρανικό λαό.

Φυσικά, ορισμένοι αναλυτές θα μπορούσαν να παραδεχτούν ότι το ΝΑΤΟ χειρίστηκε ελάχιστα τις σχέσεις με την Ουκρανία και όμως εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η Ρωσία αποτελεί έναν εχθρό που θα γίνεται όλο και πιο τρομερός με την πάροδο του χρόνου – και ότι, επομένως, η Δύση δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνεχίσει την τωρινή πολιτική της. Αλλά αυτή η άποψη είναι πολύ λανθασμένη. Η Ρωσία είναι μια παρακμάζουσα δύναμη, και θα γίνεται μόνο ασθενέστερη με τον χρόνο. Ακόμα και αν η Ρωσία ήταν μια ανερχόμενη δύναμη, άλλωστε, πάλι δεν θα είχε κανένα νόημα να ενσωματωθεί η Ουκρανία στο ΝΑΤΟ. Ο λόγος είναι απλός: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους δεν θεωρούν την Ουκρανία ως ένα βασικό στρατηγικό συμφέρον, όπως αποδεικνύει η απροθυμία τους να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική δύναμη προς ενίσχυσή της. Συνεπώς, θα ήταν η άκρα τρέλα να δημιουργήσουν ένα νέο μέλος τού ΝΑΤΟ που τα άλλα μέλη δεν έχουν καμία πρόθεση να υπερασπιστούν. Το ΝΑΤΟ έχει επεκταθεί και στο παρελθόν, επειδή οι φιλελεύθεροι συμπέραναν ότι η συμμαχία δεν θα χρειαστεί ποτέ να τιμήσει τις νέες εγγυήσεις για την ασφάλειά της, αλλά το πρόσφατο παιχνίδι εξουσίας τής Ρωσίας δείχνει ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να θέσει την Ρωσία και την Δύση σε πορεία σύγκρουσης.

Η προσκόλληση στην τρέχουσα πολιτική θα περιπλέξει τις σχέσεις τής Δύσης με την Μόσχα και σχετικά με άλλα θέματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται την βοήθεια της Ρωσίας για να αποσύρουν τον αμερικανικό εξοπλισμό από το Αφγανιστάν μέσω της ρωσικής επικράτειας, για την επίτευξη πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν, και για την σταθεροποίηση της κατάστασης στην Συρία. Στην πραγματικότητα, η Μόσχα έχει βοηθήσει την Ουάσιγκτον και στα τρία αυτά θέματα στο παρελθόν. Το καλοκαίρι του 2013, ήταν ο Πούτιν ο οποίος έβγαλε τα κάστανα του Ομπάμα από την φωτιά με την σφυρηλάτηση της συμφωνίας βάσει της οποίας η Συρία παραιτήθηκε από τα χημικά όπλα της, αποφεύγοντας έτσι την στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ που είχε απειλήσει ο Ομπάμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επίσης κάποια μέρα θα χρειαστούν την βοήθεια της Ρωσίας για να ανασχέσουν μια άνοδο της Κίνας. Η σημερινή πολιτική των ΗΠΑ, ωστόσο, απλώς οδηγεί την Μόσχα και το Πεκίνο πιο κοντά.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους αντιμετωπίζουν τώρα μια επιλογή για την Ουκρανία. Μπορούν να συνεχίσουν την τρέχουσα πολιτική τους, η οποία θα επιδεινώσει τις εχθροπραξίες με την Ρωσία και να αφανίσουν την Ουκρανία στο πλαίσιο της διαδικασίας – ένα σενάριο στο οποίο όλοι θα βγουν χαμένοι. Ή μπορούν να αλλάξουν και να εργαστούν για την δημιουργία μιας ευημερούσας αλλά ουδέτερης Ουκρανίας, μιας Ουκρανίας που δεν θα απειλεί την Ρωσία και θα επιτρέπει στην Δύση να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Μόσχα. Με την προσέγγιση αυτή, όλες οι πλευρές θα κερδίσουν.

*Ο JOHN J. MEARSHEIMER είναι διακεκριμένος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα R. Wendell Harrison στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο.

Πηγη: «Foreign Affairs, The Hellenic Edition»

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest
Doukas Gaitatzis

Doukas Gaitatzis

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.