Φωτογραφία από την ΤΑΜΣ αεραπόβασης λόχου αλεξιπτωτιστών «ΒΕΛΟΣ» της 1ης ΜΑΛ. Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014. (ΓΕΣ)

Του: Υπολοχαγού Rob Orr, Αυστραλιανή Στρατιωτική Επιθεώρηση, Χειμώνας 2010
Μετάφραση Επιμέλεια: Τχης (ΠΖ) Δοξάκης Κομήτης
Μετάφραση: Υπλγός (ΠΖ) Ευαγγελία Αναγνώστου

Περίληψη
Από το φόρτο των αρχαίων στρατών μέχρι αυτόν των σύγχρονων δυνάμεων το παρόν άρθρο εξερευνά και αναλύει με κριτικό τρόπο το φόρτο του στρατιώτη για πάνω από δυο χιλιετίες. Ιστορικές πλάνες εμφανιζόμενες σε ορισμένες στρατιωτικές πηγές και στη λογοτεχνία εκτιμούνται, και αναδύεται η συζήτηση για το περιεχόμενο και το βάρος του φόρτου μάχης του στρατιώτη. Ο συγγραφέας αναζητά πώς, ακόμη και με αλλαγές στις πρακτικές της διοικητικής μέριμνας, στην τεχνολογία και στη φύση του πολέμου (μάχης), ο στρατιώτης εξακολουθεί να είναι ένα υποζύγιο και καταλήγει στο ότι οι εξελίξεις στις απαιτήσεις διοικητικής μέριμνας και οι αλλαγές στον εξοπλισμό ίσως να μην είναι η απάντηση σε αυτό το αρχαιότατο πρόβλημα.

Εισαγωγή
Στην πορεία της ιστορίας υπάρχει μια πολυσύνθετη σχέση μεταξύ του φόρτου που έφεραν οι στρατιώτες και των απαιτήσεων της αποστολής τους. Σήμερα, όπως και στο μακρινό παρελθόν αλλά και στο προβλεπτό μέλλον, ο στρατιώτης απαιτείται να κουβαλάει οπλισμό, πυρομαχικά, ρουχισμό και είδη επιβίωσης – τα βασικά «εργαλεία της δουλειάς» του. Επιπλέον, η ποικιλομορφία και η πολυπλοκότητα των στρατιωτικών επιχειρήσεων απαιτεί συχνά να φέρει ο μαχητής ειδικό εξοπλισμό και να κινείται πεζή σε διάφορα εδάφη και κλιματικές συνθήκες για μεγάλες και συνεχόμενες περιόδους. Καθώς ο εξοπλισμός είναι συχνά ουσιώδης για την επιτυχία της αποστολής και την επιβίωση, το βάρος του, όταν υπερβαίνει το όριο, μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες μάχης[1].
Η ιστορία του ατομικού φόρτου μάχης παρέχει τη δυνατότητα να γίνουν κτήμα λάθη από το παρελθόν με σκοπό να αποφευχθούν τα ίδια στο μέλλον. Ωστόσο, αυτή η συλλογιστική θα περιέχει αλήθεια μόνον εφόσον η ιστορία και η ερμηνεία της είναι ακριβής. Σε μια λεπτομερή ανασκόπηση των φόρτων που κουβαλούσαν οι στρατιώτες δια μέσου της ιστορίας αναγνωρίζονται αρκετές πλάνες που παρουσιάζονται τόσο σε διαβαθμισμένα όσο και σε κοινά έγγραφα αλλά και σε άρθρα στον Τύπο – πλάνες οι οποίες έχουν δημιουργήσει και διαιωνίσει λανθασμένες απόψεις για το φόρτο των στρατιωτών. Αυτές οι πλάνες, που οφείλονται πιθανόν στους περιορισμούς του μεγέθους και της οπτικής ενός άρθρου, περιλαμβάνουν: τη χρήση των ζώων και των αμαξών στη μεταφορά των φόρτων των στρατιωτών, το γεγονός ότι ο φόρτος δεν ξεπερνούσε τα 15 κιλά μέχρι τα τελευταία 200 χρόνια, τα βάρη που έφεραν οι στρατιώτες στη Σομαλία και τη Γρενάδα και ότι οι φόρτοι των σύγχρονων στρατιωτών έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Η προσπάθεια αυτού του άρθρου είναι να ορίσει την ακριβή και λεπτομερή ιστορία του φόρτου του στρατιώτη, να διορθώσει και να ανατρέψει τις πλάνες εξετάζοντας τα πλαίσια στα οποία αυτοί οι φόρτοι μεταφέρονταν και έτσι να επιτρέψει τα μαθήματα της ιστορίας να οδηγήσουν σε θετικές εξελίξεις στις πρακτικές μεταφοράς των φορτίων στο μέλλον.

Παράγοντες για την αξιολόγηση των φόρτων
Πριν την αξιολόγηση των ατομικών φόρτων, αρκετοί παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη. Πρώτα, το βάρος τους υπολογίζεται όταν είναι «στεγνοί» και είναι δυνατό να αλλάζει σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Στα χαρακώματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Π.Π.), για παράδειγμα, το 3,2 κιλών βρετανικό πανωφόρι, μπορούσε να απορροφήσει έως και 9 κιλά νερό[3]. Οι βρετανοί στρατιώτες οι οποίοι ξεκινούσαν μια πορεία με 27,5 κιλά, μπορούσαν κάλλιστα να την τελειώσουν με φόρτο που έφτανε τα 43,5 κιλά, αν υπολογιστεί ο εμποτισμός με νερό και λάσπη[4]. Το αμερικάνικο πανωφόρι στον Β΄ Π.Π. παρομοίως αύξανε το βάρος του κατά 3,6 κιλά[5]. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι φόρτοι των στρατιωτών που περιγράφονται σε αυτό το άρθρο βασίζονται στους μέσους όρους. Αυτό πιθανόν να αλλοιώνει την πραγματική εκτίμηση του φόρτου που κουβαλούσαν ατομικά οι στρατιώτες, ειδικά αυτοί που ήταν επιφορτισμένοι με συγκεκριμένα καθήκοντα εντός της μονάδας, όπως για παράδειγμα οι σκοπευτές πολυβόλων και οι διαβιβαστές οι οποίοι συχνά κουβαλούσαν φόρτους σημαντικά βαρύτερους από αυτούς των τυφεκιοφόρων[6].

Οι φόρτοι στην προ-πυρίτιδας εποχή (700 π.Χ. – 1651 μ.Χ.)

Σπαρτιάτης πολεμιστής. (ptsdsurvivalmanual.net)

Ο πρώτος στρατός οργανώθηκε από τον ασσύριο βασιλιά, Σαργών Β΄, τον 17ο αιώνα π.Χ.[7] Ντυμένος με σιδερένια φολιδωτή πανοπλία, κράνος, μπότες με σιδερένιες περικνημίδες, ασπίδα, σπαθί και λόγχη, ο ασσύριος λογχοφόρος πιστεύεται ότι κουβαλούσε βάρος μεταξύ 27,5 και 36,5 κιλών[8].
Έναν αιώνα αργότερα, ο έλληνας πεζός, ο Οπλίτης, θεωρείται ότι μετέφερε φόρτο μεταξύ 22,5 και 32 κιλών όταν ήταν αρματωμένος με μια πλήρη πανοπλία με θώρακα, περικνημίδες, κράνος, ασπίδα, δόρυ και σπαθί[9]. Για τους Οπλίτες που το βάρος τους δεν ξεπερνούσε τα 68 κιλά, αυτό ισοδυναμούσε με το 33-47 % του σωματικού τους βάρους[10].
Η βαριά ασπίδα του Οπλίτη (6-8 κιλά) συχνά εγκαταλειπόταν κατά την υποχώρηση στη μάχη, μια πράξη στην οποία αναφέρεται η ευχή της σπαρτιάτισσας μάνας «ή ταν ή επί τας»[11]. Οι Οπλίτες πιθανόν να μην κουβαλούσαν όλο τον φόρτο τους στις πορείες, αφού ο κάθε ένας από αυτούς είχε έναν ή περισσότερους σκλάβους[12]. Αυτοί, οι σκευοφόροι, ή αχθοφόροι, μετέφεραν τα εφόδια των στρατιωτών, τα στρωσίδια τους και τα προσωπικά τους είδη και, όταν η απειλή δεν ήταν επικείμενη, πιθανόν να μετέφεραν και την ασπίδα τους και να τους την επέστρεφαν λίγο πριν τη μάχη[13].
Στις προετοιμασίες του για τον πόλεμο εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Φίλιππος Β΄, κατάφερε να αυξήσει την κινητικότητα και την ταχύτητα του στρατού του μετά από διαταγή του όλοι οι στρατιώτες να μεταφέρουν τον δικό τους εξοπλισμό και οι άμαξες να αντικατασταθούν με μουλάρια και άλογα διαταγή που αργότερα ακολουθήθηκε και από τον γιο του Αλέξανδρο[14]. Η ενέργεια αυτή μείωσε κατά τα 2/3 τον αριθμό των αμάχων συνοδών εκστρατείας, μειώνοντας κατά συνέπεια τις ανάγκες διοικητικής μέριμνας του στρατού και αυξάνοντας την ταχύτητα της πορείας[15]. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο μακεδόνας στρατιώτης να είναι ένα υποζύγιο, κουβαλώντας συνολικό βάρος 36 κιλών εκ των οποίων 13,5 κιλά σιτηρά (σιτηρέσιο 10 ημερών) και 22,5 κιλά εξοπλισμό μάχης και όπλων[16].
Ευτυχώς, σε μια προσπάθεια μείωσης του κόστους επιτράπηκε στους περισσότερους μακεδόνες στρατιώτες η δυνατότητα να αγοράζουν τον εξοπλισμό τους και έτσι τα ακριβότερα εξαρτήματα της πανοπλίας του Οπλίτη αντικαταστάθηκαν από φτηνότερα υλικά ή απλώς εγκαταλείφθηκαν ελαφραίνοντας τον ατομικό φόρτο[17]. Υιοθετήθηκε το μακεδονικό δόρυ ή σάρισα το οποίο ήταν μακρύτερο και βαρύτερο από τα αντίστοιχα των Οπλιτών.(18) Με βάρος που κυμαινόταν από 5,5 έως 7,5 κιλά αναλόγως του μήκους του και όντας βαρύτερο κατά 100 γραμμάρια από το δόρυ των Οπλιτών19, η σάρισα χρησιμοποιούνταν τόσο ως αμυντικό όσο και ως επιθετικό όπλο και επέτρεψε την εγκατάλειψη του θώρακα (προστήθιου της πανοπλίας)[20]. Έτσι, ενώ το βάρος του οπλισμού αυξήθηκε το βάρος της θωράκισης μειώθηκε.
Για να είναι οι μακεδόνες στρατιώτες ικανοί να κουβαλούν αυτό το φορτίο και να μπορούν να λειτουργήσουν στη μάχη έπρεπε να είναι σε καλή φυσική κατάσταση. Αυτό επιτυγχανόταν με έντονες σκληρές ασκήσεις μάχης στις οποίες περιλαμβανόταν πορεία 55-64 χιλιομέτρων την μέρα, κουβαλώντας πανοπλία, όπλα, εξοπλισμό και τρόφιμα σε έναν ρυθμό 8 χιλιομέτρων ανά ώρα[21]. Τα αποτελέσματα αυτών των αλλαγών ήταν η δημιουργία του ταχύτερου στρατού που είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος, με την ικανότητα ολόκληρο το στράτευμα να καλύπτει 21 χιλιόμετρα την ημέρα μεταφέροντας φορτίο μεταξύ 27,5 και 36,5 κιλών[22].
Περίπου το 100 π.Χ. ακολουθώντας την τάση του Φιλίππου του Β΄, ο Γάιος Μάριος ενήργησε εκτεταμένη αναδιοργάνωση στο ρωμαϊκό στρατό που περιλάμβανε και τη μείωση των μεταφορικών ζώων σε έναν ημίονο ανά 50 στρατιώτες[23]. Με το μέγιστο που μπορεί να μεταφέρει ο ημίονος σε μεγάλες αποστάσεις να υπολογίζεται στα 113,5 κιλά, κάθε στρατιώτης μπορούσε να φορτώσει σε αυτόν περίπου 2,5 κιλά[24], με την προϋπόθεση φυσικά ότι το μουλάρι δε θα μετέφερε το δικό του φαγητό ή άλλες προμήθειες.

H Μακεδονική Φάλαγγα. (mlahanas.de)

Η αναδιοργάνωση βοήθησε στην αύξηση της επάρκειας της διοικητικής μέριμνας του ρωμαϊκού στρατού, οδηγώντας όμως στο να αποκαλούνται οι ρωμαίοι πεζοί ως Muli Mariani δηλαδή, τα μουλάρια του Μάριου25.
Τώρα κουβαλώντας τα προσωπικά τους είδη καθώς και φαγητό και νερό, οι ρωμαίοι στρατιώτες μετέφεραν ένα βάρος που έφτανε τα 45,5 κιλά[26]. Ο Λόθιαν (NV Lothian) υποστηρίζει ότι ο φόρτος τους ήταν περίπου 22,5 κιλά και πως οι λεγεωνάριοι σπάνια κουβαλούσαν αυτούς τους φόρτους οι ίδιοι[27]. Για να υποστηρίξει την άποψή του ο Λόθιαν παραθέτει περιγραφές από απεικονίσεις του ρωμαϊκού στρατού σε αγάλματα και ανάγλυφα. Απεικονίσεις κάρων που έλκονται από κτήνη που μεταφέρουν ασπίδες και εξοπλισμό μάχης για παράδειγμα, αιτιολογούν πως υποζύγια μετέφεραν τους φόρτους μάχης των ρωμαίων λεγεωνάριων. Κατά μια άλλη άποψη όμως, αυτά τα υποζύγια ίσως μετέφεραν αποθέματα εφεδρικού ή ανταλλακτικού εξοπλισμού ως εφόδια στις εκστρατείες σε ξένες περιοχές για μελλοντική χρησιμοποίηση, ή, όπως προφανώς φαίνεται στην Αψίδα του Σεβέριου, μετέφεραν λάφυρα από τις κατακτημένες περιοχές μαζί με τον εξοπλισμό των λεγεωνάριων. Επιπλέον, η επανεξέταση από τον υπογράφοντα των στηλών του Τραϊανού και του Μάρκου Αυρήλιου στη Ρώμη, φανέρωσε ότι οι ρωμαίοι λεγεωνάριοι κατά την πορεία έφεραν οπλισμό και πανοπλία. Για να υποστηριχθεί επιπρόσθετα η άποψη ότι το μέγεθος των υποζυγίων ελάχιστα ελάφρυνε τον φόρτο των λεγεωνάριων, ο Σκότ (B.F Scott) παραθέτει ότι ακόμη κι αν υπήρχαν 520 υποζύγια, οι ρωμαίοι στρατιώτες κουβαλούσαν φόρτο που έφτανε τα 38,5 κιλά[28].
Αναφορικά με τους αχθοφόρους, ο Λόθιαν περιγράφει ένα έκθεμα του Λούβρου ως «ο Κάλο κουβαλάει τον φόρτο του αφέντη του»[29]. Η μέχρι τώρα έρευνα επί αυτού του εκθέματος δείχνει έναν ρωμαίο στρατιώτη να μεταφέρει έναν σάκο (μαζί με την ασπίδα του). Κουβαλούσαν οι σκλάβοι τον φόρτο των κυρίων του ή τα δικά τους εφόδια σε τρόφιμα και νερό;
Ο Σάμιουελ Μάρσαλ, όταν υπολόγιζε τον φόρτο των λεγεωνάριων σε 36,5 κιλά παρέπεμπε στον Κόουλ (Cole), ο οποίος προτείνει ένα ελαφρύτερο φόρτο βασιζόμενο στις επιχειρησιακές απαιτήσεις. Ο Κόουλ, χρησιμοποιώντας όρους παρόμοιους με αυτούς που είναι σε χρήση στον σύγχρονο αμερικανικό στρατό, περιγράφει τον «φόρτο πορείας» των 26 κιλών, τον «φόρτο προσέγγισης» των 20 κιλών και τον «φόρτο μάχης» των 15 κιλών με τον οποίο οι λεγεωνάριοι μπορούσαν να εμπλέκονται στη μάχη για μια ολόκληρη μέρα[30].
Παρ’ όλο που υπάρχουν κατανοητές διαφοροποιήσεις στην εκτίμηση του βάρους των ρωμαίων λεγεωνάριων, οι περισσότερες αναφορές καταλήγουν περίπου στα 36,5 κιλά[31]. Βασιζόμενοι στα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα από την Πομπηία και το Ηράκλειο (Herculameum), υπολογίζεται ότι ο μέσος όρος του βάρους των Ρωμαίων της εποχής ήταν 66 κιλά και ο μέσος ρωμαίος στρατιώτης κουβαλούσε φορτίο που έφτανε το 55% του σωματικού του βάρους[32].
Αφού απαιτούνταν οι ρωμαίοι λεγεωνάριοι να μπορούν να εκτελέσουν πορεία 32 χιλιομέτρων την ημέρα και στη συνέχεια να οχυρώσουν τον καταυλισμό τους για τη νύχτα, θα έπρεπε να είναι φυσικά ικανοί για μια τέτοια εργασία[33]. Προκειμένου να προετοιμάσει τον ρωμαίο στρατιώτη να μεταφέρει τέτοιους φόρτους και να εκτελεί πορείες σε μεγάλες αποστάσεις, ο Φλάβιος Βεγέτιος (Flavius Vegetius) στο έργο του Η επιτομή της Στρατιωτικής Επιστήμης (Epitoma rei militaris), πρότεινε οι νεοσύλλεκτοι να κουβαλούν φόρτο βάρους 60 ρωμαϊκών λιβρών (19,6 κιλών), να εκτελούν πορείες με «στρατιωτικό βήμα» 32 χιλιομέτρων σε 5 ώρες (ρυθμός 6,4 χιλιόμετρα την ώρα) ή «σύντονες» 39 χιλιομέτρων στον ίδιο χρόνο (ρυθμός 7,7 χιλιόμετρα την ώρα)[34]. Αυτός ο φόρτος δεν περιλάμβανε τα όπλα και τον ρουχισμό του στρατιώτη και ήταν σχεδιασμένος να φέρει τον στρατιώτη στην επιθυμητή κατάσταση να μεταφέρει τα τρόφιμά και τον οπλισμό του κατά τη διάρκεια των εκστρατειών[35].

Ρωμαίος στρατιώτης.

Η ήττα των Ρωμαίων από τους γότθους επαναστάτες στη Μάχη της Ανδριανούπολης το 378 μ.Χ. επανα-ανέδειξε την κυριαρχία του ιππικού στο πεδίο της μάχης[36]. Εκεί που απέτυχε το ρωμαϊκό πεζικό, οι ρωμαίοι ιππείς ήταν η απάντηση στην καταπολέμηση της διπλής απειλής, αυτής των γρήγορων επιθέσεων και των όπλων ακριβείας[37]. Έτσι, ο έφιππος τοξότης έγινε ο βασικός μαχητής, αντικαθιστώντας τον λεγεωνάριο στην Ανατολική Ρωμαϊκή (ή Βυζαντινή) Αυτοκρατορία[38]. Ωστόσο, ο πεζός στρατιώτης θα εξακολουθούσε να υπηρετεί. Οι Βυζαντινοί scutati, ή το βαρύ πεζικό, φορούσαν αλυσόπλεχτο χιτώνιο ή θώρακα πλακιδίων που ζύγιζαν 16 κιλά, με ή χωρίς περικνημίδες και γάντια και έφεραν δόρυ ή λόγχη, σπαθί και τσεκούρι σε ένα κατά προσέγγιση βάρος μεταξύ 19,5 και 36,5 κιλά[39]. Ακολουθώντας τη ρωμαϊκή τέχνη του πολέμου, κάθε στρατιώτης απαιτούνταν να μεταφέρει, τον εξοπλισμό του, προσωπικά αντικείμενα και τροφή αρκετών ημερών[40]. Παρ’ όλο που μεταφορικά εξακολουθούσαν να ακολουθούν το στράτευμα, αυτά κουβαλούσαν κυρίως εφόδια που απαιτούνταν σε παρατεταμένες επιχειρήσεις και πολιορκίες και ελάχιστα μείωναν τον ατομικό φόρτο του στρατιώτη[41]. Με το πεζικό ανήμπορο να παρέχει την άμεση και αιφνιδιαστική ενέργεια του ιππικού, οι πεζές δυνάμεις αποτέλεσαν δευτερεύουσα επιλογή και ο έφιππος θωρακισμένος ιππότης έγινε το σημείο αναφοράς στο πεδίο της μάχης[42].
Το μακρύ τόξο, η βαλλίστρα και η εφεύρεση των πυροβόλων όπλων ήταν αυτά που οδήγησαν στην επαναφορά του πεζού στρατιώτη[43]. Αρχικά, το βασιζόμενο σε εκειβόλα όπλα πεζικό δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη σοκαριστική επίθεση του θωρακισμένου ιππικού, γι’ αυτό λογχοφόροι συνηθιζόταν να παρέχουν προστασία, ειδικά κατά τον χρόνο της επαναόπλισης που ήταν και η πιο ευάλωτη περίοδος[44]. Επιπλέον, στο στρατό που αποτελούνταν από πεζούς στρατιώτες, η τακτική της επιστροφής κόστισε πολύ λιγότερο και στον εξοπλισμό αλλά και στην εκπαίδευση του λογχοφόρου, συγκρινόμενο με τον θωρακισμένο έφιππο[45]. Συνεπώς, δεν ήταν μόνο η εξέλιξη του οπλισμού, αλλά τα απόλυτα νούμερα των πεζών στρατιωτών που οδήγησαν στο να ξαναγίνει το πεζικό η δεσπόζουσα χερσαία δύναμη[46].
Κατά τη διάρκεια του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου (1638-51), οι άγγλοι λογχοφόροι κατευθύνθηκαν στο πεδίο της μάχης φορώντας θωράκιση τύπου κορσέ[47], που μαζί με τις περικνημίδες και τα κράνη ζύγιζαν περίπου 11 κιλά. Οι πεζοί αυτοί στρατιώτες έφεραν ένα σακίδιο που περιείχε τρόφιμα και ρούχα και που ανέβαζε το μεταφερόμενο βάρος μεταξύ 22,5 και 27,5 κιλά χωρίς να υπολογίζεται το βάρος της λόγχης ή άλλου οπλισμού (ξίφος ή τσεκούρι) [48]. Με την κοντή λόγχη των 2,10 μέτρων (σε αντίθεση με τις παραδοσιακές των 5-5,5 μ.)[49] και βάρους μεταξύ 1,8 και 2,3 κιλά, ο συνολικός φόρτος που μετέφερε ο λογχοφόρος υπολογίζεται ότι ήταν το λιγότερο 29,5 κιλά[50].

Φόρτοι μεταφερόμενοι από τυφεκιοφόρους (1651-1865)

Γαλλος Γρεναδιερος στρατιώτης. (level60.com)

Μέχρι την έναρξη του Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής (1702-14), η λόγχη αντικαταστάθηκε από τυφέκια Φλίντλοκ (Flintlock) και ξιφολόγχες[51]. Οπλισμένοι με τουφέκια, βολίδες και πυρίτιδα, οι Άγγλοι Ρέντκοατς (Redcoats) μετέφεραν φορτίο περίπου 36,5 κιλών κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης (1775-1782) και κατά τους αγώνες της Γαλλικής Επανάστασης[52]. Κατά τη διάρκεια των πολέμων την εποχή του Ναπολέοντα, το φορτίο των Ρέντκοατς κυμαινόταν μεταξύ 22,5 και 36,5 κιλά και το φορτίο κατά την αξιοσημείωτη μάχη του Βατερλό το 1815 μεταξύ 27,5 και 32 κιλά[53].
Τα αντίπαλα τμήματα των Redcoats, οι Γάλλοι, μετέφεραν λίγο ελαφρύτερο φορτίο περίπου 27,5 κιλά κατά τη διάρκεια των αγώνων της Γαλλικής Επανάστασης και παρόμοιο φορτίο κατά τη διάρκεια των αγώνων του Ναπολέοντα, πριν το φορτίο να μειωθεί στα περίπου 25 κιλά κατά τη διάρκεια της αποφασιστικής μάχης του Βατερλό[54]. Υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα, τα γαλλικά στρατεύματα έκαναν πορεία 16-43 χιλιόμετρα καθημερινά έτσι ώστε να είναι σε φυσική κατάσταση τέτοια, για να πολεμήσουν μετά το τέλος της πορείας[55]. Ο Στρατάρχης Νταβούτ (Davout), ένας γάλλος στρατάρχης υπό τον Ναπολέοντα, γενικά απαιτούσε από τους άντρες του να κάνουν πορεία σε μια φάλαγγα με ρυθμό τεσσάρων χιλιομέτρων την ώρα για περισσότερες από δέκα ώρες τη μέρα[56]. Σε μια περίοδο 16 ημερών, οι στρατιώτες του Νταβούτ έκαναν πορεία 280 χιλιόμετρα προκειμένου να εμπλακούν με τους Πρώσους[57]. Επίσης, για να κερδίσει τη μάχη της Δρέσδης, ο Ναπολέων, σύμφωνα με αναφορές, έκανε πορεία με τα στρατεύματά του 144 χιλιόμετρα σε 72 ώρες[58]. Με όλες αυτές τις συνεχόμενες πορείες, δεν είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι οι γάλλοι στρατιώτες σάρκαζαν λέγοντας: Ο βασιλιάς μας κάνει πόλεμο όχι με τα όπλα μας αλλά με τα πόδια μας»[59].
Ο φόρτος των Άγγλων κατά τη διάρκεια των Κριμαϊκών πολέμων (1853-56) παρέμεινε παρόμοιος με αυτόν της μάχης του Βατερλό, κυμαινόμενος μεταξύ 26-31 κιλά[60]. Οι φόρτοι των Γάλλων ωστόσο αυξήθηκαν στα 26-36.5 κιλά[61]. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1861, ξεκίνησε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Οπλισμένοι με όπλα επ’ ώμου, εξήντα φυσίγγια, διπλό αντίσκηνο και 7-11,5 κιλά μέσα στο σακίδιό τους, οι στρατιώτες των Βορείων μετέφεραν έναν φόρτο συνολικού βάρους 20,5 έως 22,5 κιλών[62]. Επιπλέον με αυτόν το φόρτο, κάθε τμήμα οχτώ ανδρών μετέφερε επιπλέον εφόδια από σκαπανικά, αγγεία εστιάσεως, τσεκούρια και διάφορα άλλα εργαλεία[63]. Ωστόσο, οι φόρτοι των Βορείων δεν ήταν τυποποιημένοι: στο 24ο Σύνταγμα,για παράδειγμα, ήταν γνωστό ότι [οι μαχητές] μετέφεραν περίπου βάρος 22,5 κιλών στα σακίδιά τους και με τα 4,5 κιλά που ζύγιζε το τυφέκιο, το συνολικό φορτίο περίπου ανέβαινε στα 27,5 κιλά[64]. Οι στρατιώτες των Βορείων φημίζονταν ότι άφηναν εξοπλισμό κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με σκοπό να ελαφρύνουν το φορτίο τους[65].
Ο φόρτος του στρατιώτη των Νοτίων διαφοροποιούνταν σημαντικά κυμαινόμενος μεταξύ 13,5-36,5 κιλών[66]. Oι του 21ου Λόχου της Βιρτζίνια, για παράδειγμα, ισχυρίζονταν ότι μετέφεραν φορτίο 13,5-18 κιλών, και σε μερικές περιπτώσεις περισσότερα από 22,5 κιλά στα σακίδιά τους[67]. Ωστόσο μειωμένα εφόδια και χαλαροί κανόνες σήμαιναν ότι ο στρατιώτης των Νοτίων συχνά μετέφερε λιγότερο βάρος από τον αντίπαλό του και τα 7-11,5 κιλά στα σακίδια τους εξαφανίζονταν νωρίς κατά τη διάρκεια του πολέμου[68]. Με κατά μέσο όρο περίπου 62 κιλά[69], το βάρος του αμερικανού στρατιώτη κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ο μέσος όρος του φόρτου του στρατιώτη των Νοτίων κυμαινόταν μεταξύ 22-59% του σωματικού του βάρους, όταν ο φόρτος του στρατιώτη των Βορείων κυμαινόταν μεταξύ 33-44% του σωματικού του βάρους.

Φόρτοι μεταφερόμενοι κατά τη διάρκεια των Παγκόσμιων Πολέμων (1914-1945)

Στολή Βρετανού στρατιώτη. (war44.com)

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, το βαρύ φορτίο είχε επίδραση στο να μειωθεί η ικανότητα του μέσου στρατιώτη όσον αφορά τις πορείες και λέγεται ότι διαφοροποίησε τις τακτικές του πολέμου[70]. Οι μάχες του Καμπρέ και της Αμιένης (Cambrai, Amiens) παρέχουν παραδείγματα στα οποία κίνηση προς τα εμπρός, περιορισμένη από φυσική δυνατότητα, μειώθηκε σε 9-12 χιλιόμετρα τη μέρα[71].
Κατά τη διάρκεια αυτής της διαμάχης, τα γερμανικά στρατεύματα μετέφεραν φόρτο μεταξύ 25 – 45,5 κιλών, ενώ φόρτος περίπου 32 κιλών θεωρούνταν μέσου βάρους[72]. Μεταφέροντας αυτόν το φόρτο, οι γερμανοί τυφεκιοφόροι λέγεται ότι πορεύονταν για 27 συνεχόμενες ημέρες, καλύπτοντας μια απόσταση 656 χιλιομέτρων, κατά μέσο όρο 24 χιλιόμετρα τη μέρα[73]. Οι γάλλοι στρατιώτες, αντίθετα, μετέφεραν βαρύτερους φόρτους, πάνω από 38,5 κιλά[74], ενώ το 6ο Γαλλικό Σώμα Στρατού μια φορά έκανε πορεία 70 χιλιόμέτρων με μία μόνο στάση διάρκειας τριών ωρών. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική, οι εξειδικευμένοι Γάλλοι της Λεγεώνας των Ξένων, απαιτούνταν να μεταφέρουν φόρτο ακόμη βαρύτερο, περίπου 45,5 κιλών, για περισσότερα από 40 χιλιόμετρα τη μέρα[75[. Και οι δύο αυτές δυνάμεις μετέφεραν όχι μόνο βαρύ φόρτο αλλά έπρεπε να διανύσουν σημαντικές αποστάσεις υπό αυτόν τον φόρτο.
Ο φόρτος ο οποίος μεταφερόταν από τα αμερικάνικα στρατεύματα λέγεται ότι εξουθένωνε τους στρατιώτες κατά τη διάρκεια εφόδου μικρής απόστασης μεταξύ χαρακωμάτων, ακόμη και πριν την επαφή με τον εχθρό[76[. Όταν το βάρος του μέσου αμερικανού στρατιώτη ήταν περίπου 64,5 κιλά και ο φόρτος κυμαινόταν μεταξύ 22 και 32 κιλά, αυτός μετέφερε φόρτο της τάξης του 34-50% του σωματικού του βάρους[77]. Οι Βρετανοί στρατιώτες το 1914 ξεκίνησαν με παρόμοιο φόρτο (20,5-27 κιλά)[78] αλλά σύντομα ο φόρτος αυξήθηκε στα 30-40 κιλά[79]. Με το βάρος του μέσου στρατιώτη να ήταν 60 κιλά περίπου[80], αυτοί οι στρατιώτες μετέφεραν φόρτο της τάξης του 50-57,5% του σωματικού τους βάρους.

Οι αυστραλοί και οι καναδοί στρατιώτες μετέφεραν παρόμοιο φόρτο. Κινούμενοι προς το Κουίνς Πόστ (Quinn’s Post) οι αυστραλοί στρατιώτες στην Καλλίπολη μετέφεραν φόρτο 33,5 κιλών καθώς οι καναδοί στρατιώτες μετέφεραν φόρτο 30-36 κιλών[81]. Για τους αυστραλούς στρατιώτες της 6ης Μεραρχίας Πεζικού που απαιτούνταν στο ύψωμα Σαν Κουεντέν (Mont St Quentin), ο φόρτος ήταν λίγο ελαφρύτερος, κυμαινόμενος μεταξύ 27 και 28,5 κιλών[82].

Αμερικάνος στρατιώτης με φόρτο μάχης Β’ΠΠ. (olive-drab.com)

Λίγα άλλαξαν κινούμενοι προς τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της D-Day τα αμερικάνικα στρατεύματα έκαναν απόβαση στην ακτή Ομάχα με το φόρτο τους να κυμαίνεται μεταξύ 27,5 – 41 κιλών, φόρτος που συνέβαλε στο να προκληθούν θάνατοι στο νερό[83]. Οι καναδοί και οι βρετανοί στρατιώτες μετέφεραν παρόμοιους φόρτους[84]. Ακόμη κι αν οι στρατιώτες τα κατάφερναν να φτάσουν μέχρι την ακτή, είχαν να αντιμετωπίσουν ένα άλλο πρόβλημα: να διασχίσουν γρήγορα την ακτή υπό το συνεχές πυρ του αντιπάλου. Ξανά, το βάρος ήταν ενάντια στους στρατιώτες καθώς οι «GΙ’s» ήταν τόσο φορτωμένοι με πυρομαχικά και εξοπλισμό που κάθε βήμα ήταν εξοντωτικό[85]. Με μέσο σωματικό βάρος 65,5 κιλά[86], ο αμερικανός στρατιώτης μετέφερε φόρτο μεταξύ 41,6-62,5 % του σωματικού του βάρους, καθώς εφορμούσε από το νερό και διέσχιζε την αμμουδιά, εκτιθέμενος πάντα στα πυρά του εχθρού.
Στο Ανατολικό μέτωπο, οι ρώσοι στρατιώτες μετέφεραν φόρτο μεταξύ 28-35,5 κιλών, στην έρημο της Νότιας Αφρικής, τα Αυστραλιανά στρατεύματα μετέφεραν φόρτο μεταξύ 22 και 32 κιλών κατά τη διάρκεια των μαχών στη Βάρδια (Bardia)και στο Έλ Αλαμέιν(1941-42)[87]. Στο θέατρο επιχειρήσεων του Ειρηνικού, ο φόρτος που μετέφεραν οι αυστραλοί στρατιώτες ήταν παρόμοιος: 20,5 – 41 κιλά στην Παπούα Νέα Γουινέα (1942)[88] και περισσότερα από 37,5 κιλά στο Μπόρνεο (1945). Ενεργώντας ως εφεδρεία στην Μπούρμα (Burma), οι Βρετανοί Τσιντιτς (Chindits) μετέφεραν φόρτο 32 έως 41 κιλών[89].
Οι αντίπαλες δυνάμεις στον Ειρηνικό, οι ιάπωνες στρατιώτες, μετέφεραν επίσης βαρύ φόρτο, κυμαινόμενο μεταξύ 28, το σύνηθες, και 56 κιλά περιλαμβανομένων και μερών πολυβόλων[90]. Με το μέσο σωματικό βάρος του ιάπωνα στρατιώτη στα 53 κιλά ο φόρτος αντιστοιχούσε μεταξύ 52% και στο εκπληκτικό 105% του σωματικού του βάρους[91].
Από ενδιαφέρον, βλέποντας μια άσκηση Καναδών που διεξάχθηκε τον Μάιο του 1942, ο Στρατηγός Μοντγκόμερι, με επιστολή του στον Στρατηγό Κρέαρ, (έναν καναδό στρατηγό), πρότεινε έναν φόρτο ο οποίος δεν θα είχε επίδραση στην μαχητική ικανότητα του στρατιώτη, φόρτο με μέγιστο βάρος τα 22,5 κιλά[92]. Για τους Καναδούς με μέσο σωματικό βάρος λιγότερο από 72 κιλά[93] αυτό αντιστοιχούσε σε φόρτο περίπου 31% του σωματικού τους βάρους. Οι Καναδοί ήταν αυτοί που μετέφεραν ακριβώς αυτόν τον προτεινόμενο φόρτο 22,5 κιλά το μέγιστο, στον πόλεμο της Κορέας το 1950 [94].

Φόρτοι μεταφερόμενοι κατά τη διάρκεια των σύγχρονων μαχών (1950 -σήμερα)

Ο φόρτος του στρατιώτη δεν μειώθηκε σημαντικά τις 2 τελευταίες χιλιετίες. (fototime.com)

Όταν, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, ο φόρτος των αμερικανών στρατιωτών αυξήθηκε από 18 σε 22,5 κιλά[95], παρατηρήθηκε το φαινόμενο της βραδυπορίας, καθώς οι στρατιώτες έμεναν πίσω στη φάλαγγα της πορείας. Τα στρατεύματα έφταναν στον προορισμό τους μετά από την πορεία κουρασμένα, με τους στρατιώτες να παραπονιούνται ότι καθυστερούσαν επειδή μετέφεραν φόρτο αποτελούμενο από πράγματα που δεν επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν ποτέ στη μάχη95. Παρ’ όλα αυτά, ο φόρτος συνέχισε να αυξάνεται με μαρτυρίες ότι οι αμερικανοί στρατιώτες έπρεπε να μεταφέρουν 37,5 κιλά με ταχύτητα περίπου 4 χιλιόμετρων την ώρα (κατά τη διάρκεια της ημέρας σε δρόμο) σε απόσταση 19-32 χιλιομέτρων τη μέρα.[96] Επιπλέον, έχει αναφερθεί ότι τον Δεκέμβριο του 1950, οι πεζοναύτες του 1ου Τάγματος μετέφεραν φόρτο 54,5 κιλών στο χιόνι και στις απόκρημνες πλαγιές του υψώματος Τόκτονγκ (Toktong Ridge)[97].

Ατομικός φόρτος M1956 του Αμερικάνικου Στρατού. (remlr.com)

Ενώ οι Νοτιοκορεάτες του στρατού της Δημοκρατίας της Κορέας μετέφεραν βαρύ φόρτο, περίπου 36,5 κιλών[98], ο στρατός της Βόρειας Κορέας(ΝΚΡΑ) και οι Κινεζικές Κομμουνιστικές Δυνάμεις(CCF) μετέφεραν ελαφρύτερο φόρτο, περίπου 18,5 κιλών[99]. Με αυτόν τον ελαφρύτερο φόρτο οι ΝΚΡΑ και οι CCF ήταν ικανοί να κινηθούν γρηγορότερα και να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση ανά ημέρα σε σχέση με τους αντιπάλους τους – 4,8 χιλιόμετρα την ώρα για 35-40 χιλιόμετρα ανά ημέρα. Υπήρχε μία εξαίρεση όσον αφορά τον φόρτο των Κινέζων που ήταν ελαφρύτερος, καθώς η Δύναμη των Κινέζων Εθελοντών(CPVF) μετέφερε φόρτο μεταξύ 27,5 – 32 κιλών, όταν η υποστήριξη της διοικητικής τους μέριμνας τους απογοήτευσε[100].
Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ (1959-75), οι αμερικανοί στρατιώτες υιοθέτησαν τον όρο γκρουντ (βογκητό) «grunt»[101], όπως οι Ρωμαίοι Λεγαιονάριοι είχαν υιοθετήσει το «Marius Mules». Ο συνήθης φόρτος του στρατιώτη του αμερικανικού στρατού που έκανε περιπολία στη ζούγκλα του Βιετνάμ ήταν 27,5 – 32 κιλά[102]. Για τους Πεζοναύτες, ο φόρτος ήταν περισσότερο από 22,5 κιλά και συχνότερα μεταξύ 36,5 έως 45,5 κιλά[103]. Τα αυστραλιανά στρατεύματα γενικά μετέφεραν βαρύτερο φόρτο, αυτό των 32 – 32,5 κιλών, και σε μερικές περιπτώσεις περισσότερο[104]. Αρκετά μέλη από το 8ο Τάγμα RAR ζύγισαν το φορτίο τους και βρήκαν ότι μετέφεραν μεταξύ 36,5 και 54 κιλά.[105] Άξιο ενδιαφέροντος είναι το γεγονός ότι ακόμη και όταν η αποστολή τους άλλαξε, από αποστολή αναγνώρισης σε αποστολές επιβολής της ειρήνης και το περιεχόμενο του φόρτου άλλαξε, το συνολικό βάρος του έμεινε το ίδιο[106]. Οι αυστραλοί στρατιώτες έπαιρναν συνεχώς μέτρα για να ελαφρύνουν τον φόρτο τους αφαιρώντας μη απαραίτητα εφόδια[107]. Αυτοί οι φόρτοι ήταν παρόμοιοι με αυτούς των στρατιωτών του 4ου Τάγματος RAR, οι οποίοι μετέφεραν φόρτο 30-40 κιλών για έναν τυφεκιοφόρο και περισσότερα από 47,5 – 56 κιλά για έναν χειριστή ασυρμάτου[108].
Οι αυτόχθονες Βιετ Κόνγκ δεν ήταν τόσο επιβαρυμένοι. Αντίθετα με τον βαρύ φόρτο που μεταφερόταν από στρατιώτες ξένων δυνάμεων, οι Βιετ Κόνγκ μετέφεραν αξιοσημείωτα ελαφρύτερο φόρτο κατά 12 κιλά περίπου[109]. Αυτός ο φόρτος είναι ίσως ένδειξη των πλεονεκτημάτων τού να μάχεται κανείς στη γενέτειρά του.
Κατά τη διάρκεια της μάχης των Φόκλαντς (Falklands) το 1982, το βρετανικό πεζικό και οι Πεζοναύτες μετέφεραν μεταξύ 32 – 36,5 κιλά σε φόρτο μάχης (απαραίτητα εφόδια μάχης) και 45,5 – 54,5 κιλά σε φόρτο πορείας (αποθέματα συντήρησης αγώνα για μικρό χρονικό διάστημα μαζί με εφόδια μάχης)[110]. Σε ένα σακίδιο γνωστό ως γιομπ το 45 Royal Commando Marines, μεταφέροντας φόρτο μεταξύ 54,5 – 66 κιλά[111], έκανε πορεία 129 χιλιομέτρων, διασχίζοντας έδαφος που περιλάμβανε από βαλτοτόπους μέχρι και πετρώδεις πλαγιές, σε περίοδο 3 μόνο ημερών[112].

Ένα χρόνο αργότερα, μεταφέροντας φόρτο περισσότερο από 54,5 κιλά, τα αμερικανικά στρατεύματα στην Γρενάδα αποβιβάστηκαν για να διεξάγουν την επιχείρηση URGENT FURY[113]. Ένας από τους στρατιώτες που επιτίθονταν περιέγραψε τη στιγμή της εφόδου στο αεροπρογεφύρωμα ως εξής: «υπήρχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι κάθονταν με ορούς στην άκρη του δρόμου. Δεν υπήρχε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι να μπορούσαν να έχουν φύγει»[114]. Κατά τη διάρκεια της ίδιας επιχείρησης, οι καταδρομείς του Αμερικάνικου Στρατού (Rangers) έπεφταν με αλεξίπτωτα στο πεδίο προσγειώσεως της Σάλινα, μεταφέροντας ακόμη βαρύτερο φόρτο, περίπου 76 κιλά[115].
Στη Σομαλία, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων UNITED SHIELD, oι αμερικανοί στρατιώτες του πεζικού, έβγαιναν στην ακτή με έναν φόρτο περίπου 49,5 κιλών. Με μέσο όρο σωματικού βάρους τα 75 κιλά, αυτοί οι στρατιώτες μετέφεραν φόρτο περίπου 70% του σωματικού τους βάρους[116].
Λίγα άλλαξαν στις ποιο σύγχρονες μάχες. Στο Ανατολικό Τιμόρ, στην επιχείρηση της CITADEL, οι αυστραλοί στρατιώτες μετέφεραν φόρτο περισσότερο από 45 κιλά, όταν οι πυροβολητές και οι στρατιώτες σηματοδότησης μετέφεραν φόρτο που ξεπερνούσε τα 50 κιλά. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων DESERT SHIELD και DESERT STORM, οι αμερικανοί στρατιώτες μετέφεραν φόρτο περισσότερο από 45,5 κιλά και σήμερα συνεχίζουν να μεταφέρουν φόρτο μεταξύ 45,5 – 54,5 κιλά στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ και κάνουν πορεία 10 – 15 χιλιόμετρα τη μέρα[117].
Σε μία πρόσφατη περιεκτική μελέτη της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, κατά τη διάρκεια της ENDURING FREEDOM III στο Αφγανιστάν, οι στρατιώτες μετέφεραν «φόρτο μάχης» που ζύγιζε 29 κιλά, «φόρτο μάχης πορείας» που ζύγιζε 43,5 κιλά και «φόρτο πορείας εκστρατείας» περίπου 57,5 κιλών[118]. Με μέσο όρο σωματικού βάρους των στρατιωτών αυτών τα 79,5 κιλά, οι φόρτοι αυτοί αντιστοιχούσαν στο 36%, στο 55% και στο 73% αντίστοιχα του σωματικού τους βάρους.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ (1959-75), οι αμερικανοί στρατιώτες υιοθέτησαν τον όρο γκρουντ (βογκητό) «grunt», όπως οι Ρωμαίοι Λεγαιονάριοι είχαν υιοθετήσει το «Marius Mules». (antipasministries.com)

Ο φόρτος του στρατιώτη για τις περισσότερες αλλά όχι όλες τις χώρες φαίνεται να έχει παραμείνει γενικά ο ίδιος για περισσότερο από 2 χιλιετίες, μέχρι να αυξηθεί σημαντικά μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Θα έπρεπε ωστόσο να σημειωθεί ότι αρκετές από αυτές τις υστερόχρονες μετρήσεις μπορεί να είναι παραπλανητικές. Οι φόρτοι που αναφέρονται στην Γρενάδα και τη Σομαλία, για παράδειγμα, αφορούν την ώρα που οι δυνάμεις έρχονται στη στεριά και όχι απαραίτητα για όλη τη διάρκεια της εκστρατείας. Αυτοί οι φόρτοι είναι καλλίτερα να χαρακτηριστούν «φόρτοι εκστρατείας» το οποίο προσδιορίζεται – ερμηνεύεται από το αμερικανικό εγχειρίδιο εκστρατείας για τις πορείες, ως φόρτος μεταφερόμενος από στρατιώτες που ενεργούν σαν αχθοφόροι για μερικές μέρες για αποστάσεις 20 χιλιομέτρων τη μέρα [119].

Φωτογραφία τυπικού σκαπανέα της Αυστραλίας. (remlr.com)

Επιπλέον, στο πλαίσιο των σχετικών φόρτων, μπορεί κανείς να δει ότι οι ρωμαϊκοί φόρτοι των περίπου 36,5 κιλών ή 55% του σωματικού τους βάρους είναι παρόμοιοι με τους «approach march loads» 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας στο Αφγανιστάν, όπου οι στρατιώτες μετέφεραν φόρτο 43,5 κιλών, 55% του σωματικού τους βάρους. Αυτό το παράδειγμα δείχνει πως ο πλήρης φόρτος μπορεί να αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά ο σχετικός φόρτος που μεταφέρεται από τους στρατιώτες έχει στην πραγματικότητα παραμείνει ο ίδιος.
Τέλος, ενώ οι υλικοτεχνικές ενισχύσεις (όπως καροτσάκια, ημίονοι (μουλάρια), μηχανοκίνητα οχήματα και αεροσκάφη) έχουν αλλάξει μέσω της ιστορίας, ο φόρτος των στρατιωτών δεν μειώθηκε σημαντικά. Ένας εύλογος λόγος της μη μείωσης του φόρτου είναι ίσως το γεγονός, ότι αυτές οι υλικοτεχνικές ενισχύσεις έκαναν ελάχιστα για να ξεφορτώσουν τον στρατιώτη σε πρώτη φάση και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να μεταφέρουν άλλα υλικοτεχνικά εφόδια.
Για να αντιμετωπιστούν οι προαναφερθείσες εσφαλμένες εντυπώσεις, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ο φόρτος των στρατιωτών μπορεί στην πραγματικότητα να έχει υπερβεί τα 15 κιλά πριν από τα τελευταία 200 χρόνια, ο απόλυτος φόρτος μπορεί να αυξήθηκε πρόσφατα, όμως ο σχετικός φόρτος είναι παρόμοιος με αυτούς που μετέφεραν οι στρατιώτες 2 χιλιετίες πριν. Ζώα και καροτσάκια, τα οποία μπορεί να έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως από στρατούς της αρχαιότητας, ίσως να μην έχουν μειώσει το φόρτο των στρατιωτών σημαντικά, και ο φόρτος που παρουσιάζεται να μεταφέρεται σε μερικές πρόσφατες επιχειρήσεις (για παράδειγμα Σομαλία και Γρενάδα) ίσως να μην είναι ο φόρτος που μεταφέρεται κατά τη διάρκεια της μάχης.

Ο μέσος αλεξιπτωτιστής των ΗΠΑ ειναι περίπου 84 κιλά και μεταφέρει περισσότερα απο τα μισά κιλά του σώματος του. (weaponsman.com)

Επίλογος
Ο φόρτος του στρατιώτη δεν μειώθηκε σημαντικά τις 2 τελευταίες χιλιετίες. Αν και ο εξοπλισμός για την προστασία του, και τα εφόδια για τη διοικητική μέριμνα, άλλαξαν λόγω ανάγκης και τεχνολογίας, ο φόρτος των στρατιωτών δεν άλλαξε. Αν και οι υλικοτεχνικές και τεχνολογικές βοήθειες στον τομέα των μεταφορών άλλαξαν τις δύο τελευταίες χιλιετίες, ο φόρτος του στρατιώτη δεν μειώθηκε. Ακόμη και όπου η φύση των πολεμικών επιχειρήσεων άλλαξε, από συγκλίνουσες φάλαγγες και επιχειρήσεις στα χαρακώματα, στο πολύπλοκο σύγχρονο πεδίο της μάχης, ο φόρτος των στρατιωτών δεν άλλαξε. Η ιστορία συνεπώς προτείνει ότι η στήριξη σε βελτιωμένες υλικοτεχνικές ενισχύσεις για τη μεταφορά του φόρτου και οι αλλαγές στον εξοπλισμό ίσως να μην είναι η απάντηση σε αυτό το μακραίωνο πρόβλημα, και ίσως η στρατιωτική απάντηση για το πρόβλημα που αφορά το φόρτο του στρατιώτη ίσως βρίσκεται κάπου αλλού, για παράδειγμα στη νοοτροπία και στην διαδικασία λήψης αποφάσεων των ηγετών.

Φωτογραφία από την ΤΑΜΣ αεραπόβασης λόχου αλεξιπτωτιστών ΒΕΛΟΣ» της 1ης ΜΑΛ. Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014. (ΓΕΣ)

Ο συγγραφέας
Ο Lieutenant Rob Orr κατετάγη στον αυστραλιανό στρατό το 1989 και μετά την αρχική εκπαίδευση υπηρέτησε στο 6th Battalion Royal Australian Regiment. Μετατέθηκε στο Physical Training Instructor το 1995, υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στην Αυστραλία και Adult Education and Training. Αφού ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό στη φυσιοθεραπεία το 2005, πήρε βαθμό και ξεκίνησε να δουλεύει ως φυσιοθεραπευτής. Συνεχίζει να δουλεύει στο RMC Physical Conditioning Optimisation Project και κάνει διδακτορικό στο Load Carriage στο Πανεπιστήμιο Queensland.

Η πηγή του κειμένου είναι το περιοδικό “Στρατιωτική Επιθεώρηση” τεύχος Μαΐου – Αυγούστου 2012 και η αναδημοσίευση έγινε έπειτα από άδεια του “ΓΕΝΙΚΟΥ  ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ”.

Endnotes

[1] Samuel L A Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, The Marine Corps Association, Virginia, 1980, p. 258; William C Mayville, ‘A Soldier’s Load’, Infantry, January/February 1987, p. 26; Jeremy C Schwendiman, Saving Lives, Saving Honor: The 39th Evacuation Hospital During World War 2, Lulu, North Carolina, 2008, p. 119.

2 M D Beekley, et al., ‘Effects of Heavy Load Carriage During Constant-Speed, Simulated, Road Marching’, Military Medicine, Vol. 172, No. 6, 2007; J J Knapik, K L Reynolds and E Harman, ‘Soldier Load Carriage: Historical, Physiological,

Biomechanical, and Medical Aspects’, Military Medicine, Vol. 169, No. 1, 2004; J J Knapik, et al., ‘Soldier Performance and Mood States Following a Strenuous Road March’, Military Medicine, Vol. 156, No. 4, 1991; N V Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, J R Army Med Corps, Iss. 38, 1921.

3 John Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, 1st American edition, John Hopkins Press, Maryland, 1989, p. 48; Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 438.

4 Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, p. 48; Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 439.

5 George W Neill, Infantry Soldier: Holding the Line at the Battle of the Bulge, University of Oklahoma Press, Oklahoma, 2000, p. 236.

6 Australia–Japan Research Project, ‘The Human Face of War: Equipment’, The Australian War Memorial, Canberra, 2008; Robert A Hall, Combat Battalion: TheEighth Battalion in Vietnam, Allen & Unwin, Crows Nest, 2000, p. 85; Gordon L

Rottman, US Army Infantryman in Vietnam 1965–73, Osprey Publishing, New York, 2005, pp. 29–30, 48; Task Force Devil Combined Arms Asseszpent Team, The Modern Warrior’s Combat Load: Dismounted Operations in Afghanistan April–May

2003, US Army Center for Army Lessons Learned, (circa) 2003; Jerry Taylor, Last Out: 4 RAR/NZ (Anzac) Battalion’s Second Tour in Vietnam, Allen & Unwin, Crows Nest, 2001, p. 58.

7 Richard A Gabriel, The Great Armies of Antiquity, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 2002, p. 130; Victor D Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, University of California Press, London, 1989, p. 7.

8 Richard A Gabriel, The Culture of War: Invention and Early Development, Greenwood Press, Connecticut, 1990, p. 137; Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 139.

9 James R Ashley, The Macedonian Empire: The Era of Warfare under Philip II and Alexander the Great, 359–323 BC, McFarland and Company Incorporated Publishers, North Carolina, 1998, p. 41; Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 177; Victor D Hanson, ‘Genesis of the Infantry’ in Geoffrey Parker (ed), The Cambridge History of Warfare, Cambridge University Press, New York, 1995, p. 19; Hanson, Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, p. 78; Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 56; Lynn Montross, War through the Ages, 3rd edition,

Harper and Brothers Publications, New York, 1960, p. 8.

10 Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 56.

11 Jon Guttman, RŽreek Aspis’, Military History, Vol. 24, No. 10, 2008, p. 21; Victor D Hanson, Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, Routledge Publications, London, 1991, p. 10; Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 65; Fernando Q Sanz, ‘Not So Different: Individual Fighting Techniques and Battle Tactics of Roman and Iberian Armies within the Framework of Warfare in the Hellenistic Age’ in P Franηois, P Moret and S Pιrι-Noguθs (eds), L’Hellιnisation en Mιditerranιe Occidentale au temps des guerres puniques, Actes du Colloque International de Toulouse, Pallas, 2006, p. 3; Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 65; Harry Redner, Ethical Life: The Past and Present of Ethical Cultures, Rowan and Littlefield Publishers, Oxford, 2001, p. 68.

12 Franηois Chamoux, The Civilisation of Greece, George Allen & Unwin, London, 1965, p. 165; Lynn Montross, War through the Ages, p. 1; Nicholas V Sekunda, Greek Hoplite 480–323 BC, Osprey Publishing, Oxford, 2000, p. 20; Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 62.

13 Ashley, The Macedonian Empire, p. 42; Hanson, Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, p. 89; Hanson, The Western Way of War: Infantry Battles in Classical Greece, p. 16; Sekunda, Greek Hoplite 480–323 BC, p. 20.

14 Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 185; Larry H Addington, The Patterns of War through the Eighteenth Century, Indiana University Press, Bloomington, 1990, p. 18.

15 Richard A Gabriel, Great Captains of Antiquity, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 2001, p. 97.

16 Ibid., pp. 97–98.

17 Richards A Billows, Kings and Colonists: Aspects of Macedonian Imperialism, Brill Publishers, New York, 1995, pp. 12–13; Victor D Hanson, ‘From Phalanx to Legion’ in Geoffrey Parker (ed), The Cambridge History of Warfare, Cambridge University Press, New York, 1995, p. 33; Anton Powell, The Greek World, Routledge Publishers, New York, 1995, p. 326.

18 Billows, Kings and Colonists: Aspects of Macedonian Imperialism, pp. 12–13; Hanson, ‘From Phalanx to Legion’, p. 33; Minor M Markle III, ‘The Macedonian Sarissa, Spear, and Related Armor’, American Journal of Archaeology, Vol. 81, No. 3, 1977, pp. 324–25.

19 Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 186; Markle, ‘The Macedonian Sarissa, Spear, and Related Armor’, pp. 324–25; Hanson, Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, p. 78.

20 Billows, Kings and Colonists: Aspects of Macedonian Imperialism, pp. 12–13; Markle, ‘The Macedonian Sarissa, Spear, and Related Armor’, p. 327.

21 Ashley, The Macedonian Empire: The Era of Warfare under Philip II and Alexander the Great, 359–323 BC, p. 6; Partha S Bose, Alexander the Great’s Art of Strategy, Penguin Publishers, New York, 2003, p. 13; Brian Campbell, Greek and Roman MilitaryWriters: Selected Readings, Routledge Publications, New York, 2004.

22 Christon I Archer et al., World History of Warfare, University of Nebraska Press, Lincoln, 2002, p. 49; Gabriel, Great Captains of Antiquity, pp. 97–98; Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 41.

23 Addington, The Patterns of War through the Eighteenth Century, p. 33.

24 John F Haldon, Warfare, State and Society in the Byzantine World 565–1204, Routledge Publishers, Oxford, 1999, p. 282.

25 Addington, The Patterns of War through the Eighteenth Century, p. 33; Jonathan W Jordan, ‘Battle of Pharsalus: Imperator Versus Imperator’, Journal of Military History, Vol. 17, No. 6, 2001, p. 53; Jonathan Roth, The Logistics of the Roman Army at War (264 BC – AD 235), Brill Publishers, Boston, 1998, p. 206.

26 Richard Holmes, Acts of War: Behavior of Men in Battle, The Free Press, New York, 1985, p. 119; Jordan, ‘Battle of Pharsalus: Imperator Versus Imperator’, p. 53; Montross, War through the Ages, p. 75.

27 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, pp. 259–60.

28 Beth F Scott, James C Rainey and Andrew W Hunt (eds), The Logistics of War: A Historical Perspective, Diane Publishing, Alabama, 2000, p. 3.

29 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, Figure 2, p. 262.

30 Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 27.

31 Addington, The Patterns of War through the Eighteenth Century, p. 33; Major William L Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’, Command and Staff Course, United States Marine Corps, 1992; Hans Halberstadt, Battle Rattle: The Stuff a

Soldier Carries, MBI Publishing, Minnesota, 2006, p. 13; Jordan, ‘Battle of Pharsalus: Imperator Versus Imperator’, p. 53; Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 24; Mayville, ‘A Soldier’s Load’, p. 25; Montross, War through the Ages, p. 49; Theodore Ropp, War in the Modern World, Revised edition, Macmillian Publishing, Maryland, 1962, p. 29.

32 Helen King, Health in Antiquity, Routledge Press, New York, 2005, p. 85; Theodore A Dodge, Hannibal: A History of the Art of War among the Carthaginians and Romans Down to the Battle of Pydna, 168 BC With a Detailed Account of the Second Punic War, Da Capo Press, New York, 1995, p. 90. Dodge agreed that Roman soldiers carried a

load of over half their body weight.

33 Addington, The Patterns of War through the Eighteenth Century, p. 33; Jordan, ‘Battle of Pharsalus: Imperator Versus Imperator’, p. 53; Montross, War through the Ages, p. 74.

34 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 258; Flavius V Renatus, Vegetius: Epitome of Military Science, trans. N P Milner, 2nd edition, Liverpool University Press, Liverpool, 1996, pp. 10, 18.

35 Roth, The Logistics of the Roman Army at War (264 BC – AD 235), p. 72; Renatus, Vegetius: Epitome of Military Science, p. 18.

36 David Eggenberger, An Encyclopedia: Accounts of over 1560 Battles from 1479 BC to the Present, Dover Publications, New York, 1967, p. vii; Simon MacDowall, Adrianople AD 378: The Goths Crush Rome’s Legions, Osprey Publishing, Oxford, 2001, p. 7; Joe Zentner, ‘Adrianople: Last Great Battle of Antiquity’, Journal of Military History, Vol. 22, No. 7, 2005, p. 60.

37 Trevor N Dupuy, The Evolution of Weapons and Warfare, Bobbs-Merrill Company, New York, 1980, p. 42.

38 Montross, War through the Ages, pp. 104, 112; Dupuy, The Evolution of Weapons and Warfare, p. 37.

39 Peter Schreiner, ‘Soldiers’ in Guglielmo Cavallo (ed), The Byzantines, The University of Chicago Press, London, 1997, p. 79; Archer Jones, The Art of War in the Western World, University of Illinois Press, Illinois, 2001, p. 97; Montross, War through the Ages, p. 112; Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’; Haldon, Warfare, State and Society in the Byzantine World 565–1204, p. 166.

40 Dupuy, The Evolution of Weapons and Warfare, p. 59.

41 Ibid.; Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’.

42 Bernard Brodie and Fawn M Brodie, From Crossbow to H Bomb, Indiana University Press, Indiana 1973, p. 30; Dupuy, The Evolution of Weapons and Warfare, p. 42; Gabriel, The Great Armies of Antiquity, p. 288.

43 Dupuy, pp. 81, 84; John Keegan and Richard Homes, Soldiers: A History of Men in Battle, Sphere Books, London, 1985, p. 63; Harald Kleinschmidt, Understanding the Middle Ages: The Transformation of Ideas and Attitudes, Baydell Press, Suffolk, 2000, pp. 183–84; Zentner, ‘Adrianople: Last Great Battle of Antiquity’, p. 60.

44 Ben Cassidy, ‘Machiavelli and the Ideology of the Offensive: Gunpowder in the Art of War’, The Journal of Military History, Vol. 67, No. 2, 2003, p. 387; David Eltis, The Military Revolution in Sixteenth Century Europe, I B Tauris Publishers, New York, 1998, p. 50; David Kirkpatrick, ‘Revolutions in Military Technology, and their Consequences’, RUSI Journal,

Vol. 146, No. 4, 2001, p. 69; John A Lynn, ‘Forging the Western Army in Seventeenth Century’ in Knox MacGregor and Murray Williamson (eds), The Dynamics of Military Revolution, 1300–2050, Cambridge University Press Cambridge, 2001, p. 37; Montross, War through the Ages, p. 206; Harold L Peterson, ‘The Military Equipment of the Plymouth and Bay Colonies, 1620–1690’, The New England Quarterly, Vol. 20, No. 2, 1947, p. 200.

45 Geoffrey Parker, ‘The “Military Revolution” 1560–1660 – a Myth?’, The Journal of Modern History Vol. 48, No. 2, 1976, pp. 206–07.

46 Andrew Ayton, ‘Arms, Armour and Horses’ in Maurice H Keen (ed), Medieval Warfare: A History, Oxford University Press, Oxford, 1999, p. 205; Roger B Manning, ‘Styles of Command in Seventeenth-Century English Armies’, The Journal of Military History, Vol. 71, No. 3, 2007, p. 672.

47 David Eltis, The Military Revolution in Sixteenth Century Europe, I B Tauris Publishers, New York, 1998, p. 12; Fredrick W Fairholt, Costume in England: A History of Dress from the Earliest Period Till the Close of the Eighteenth Century, Chapman and Hall, London, 1847, p. 336; Harold L Peterson, ‘The Military Equipment of the Plymouth and Bay Colonies, 1620–1690’, The New England Quarterly Vol. 20, No. 2, 1947, p. 200.

48 Charles Carlton, Going to the Wars: The Experience of the British Civil Wars, 1638–1651, Routledge Press, New York, 1992, p. 99; Fairholt, Costume in England, p. 336; Stephen C Mongariello, The Concise Encyclopedia of the Revolution and Wars of England, Scotland and Ireland, 1639–1660, Scarecrow Press, Oxford, 2004, p. 428.

49 Carlton, Going to the Wars: The Experience of the British Civil Wars, 1638–1651, p. 99.

50 Bernard S Bachrach and Rutherford Aris, ‘Military Technology and Garrison Organization: Some Observations on Anglo-Saxon Military Thinking in Light of the Burghal Hidage’, Technology and Culture, Vol. 31, No. 1, 1990, pp. 12–13.

51 John Childs, ‘The Restoration Army 1600–1702’ in David Chandler and Ian Beckett (ed), The Oxford History of the British Army, Oxford University Press, Oxford, 1994, p. 65.

52 James W Ermatinger, The Decline and Fall of the Roman Empire, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 2004, p. 29; Don Higginbotham, Daniel Morgan: Revolutionary Rifleman, University of Northern Carolina Press, North Carolina, 1961, p. 87; John O Marsh Jr, ‘Values and the American Soldier’, Military Review, Vol. 77, No. 1, 1997, p. 44; Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 24; Gunther Erich Rothenberg, The Art of War in the Age of Napoleon, Indiana University Press, 1978, p. 84.

53 Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 24; Ian Kuring, ‘The Infantryman’s Load’, Army History Unit, Canberra, 2002, http://www.army.gov.au/ahu/docs/THE_INFANTRYMAN_S_LOAD.pdf  accessed 11 May 2008.

54 Gregory Fremont-Barnes, The French Revolutionary Wars, Osprey Publishing, Oxford, 2005; Guillaume H Dufour, Strategy and Tactics, trans. William Price Craighill, C A Alvord, New York, 1864, pp. 106–07; Rothenberg, The Art of War in the Age of Napoleon, p. 83; Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 24.

55 John G Moore, ‘Mobility and Strategy in the Civil War’, Military Affairs, Vol. 24, No. 2, 1960, p. 68; Rothenberg, The Art of War in the Age of Napoleo徐, p. 84; Ropp, War in the Modern World, p. 111.

56 Renatus, Vegetius: Epitome of Military Science, pp. 106–07.

57 Rothenberg, The Art of War in the Age of Napoleon, p. 84.

58 Montross, War through the Ages, p. 539.

59 Rothenberg, The Art of War in the Age of Napoleon, p. 84.

60 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 9.

61 Ibid.; Marshall, The Soldier’s Load and the Mobility of a Nation, p. 24.

62 Jack Coggins, Arms and Equipment of the Civil War, Courier Dover Publications, New York, 2004, pp. 17, 23; Edward Hagerman, The American Civil War and the Origins of Modern Warfare: Ideas, Organization and Field Command, Indiana Press, 1998, pp. 72, 128; Nicholas Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, Grove Press, New York, 2003, p. 81.

63 Hagerman, The American Civil War and the Origins of Modern Warfare: Ideas, Organization and Field Command, p. 72.

64 William J K Beaudot, The 24th Wisconsin Infantry in the Civil War: The Biography of a Regiment, Stackpole Brooks, 2003, p. 84.

65 John K Mahon, ‘Civil War Infantry Assault Tactics’, Military Affairs, Vol. 25, No. 2, 1961, p. 66.

66 Coggins, Arms and Equipment of the Civil War, p. 23; Hagerman, The American Civil War and the Origins of Modern Warfare: Ideas, Organization and Field Command, p. 128; Philip Katcher, ‘Travelling Light’, Civil War Times Illustrated, Vol. 38, No. 6, 1999, pp. 76–78.

67 Katcher, ‘Travelling Light’, p. 78.

68 Ibid.; Coggins, Arms and Equipment of the Civil War, p. 17.

69 Samuel L A Marshall, World War I, Houghton Mifflin Books, New York, 2001, p. 313.

70 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 12.

71 Ibid., pp. 12–13.

72 Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, p. 33; Dennis E Showalter, Tannenberg: Clash of Empires, 1914, Brassey’s Inc, Virginia, 2004, p. 149.

73 Kevin D Stringer, ‘Infantry Marching Endurance’, Military Review, Vol. 80, No. 6, 2000, p. 82.

74 Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, p. 33; Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’.

75 Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’.

76 Jennifer D Keene, World War I, Greenwood Press, Connecticut, 2006, p. 137.

77 Edward M Coffman, The War to End All Wars: The American Experience in World War I, University Press of Kentucky, Kentucky, 1998, p. 59; Keene, World War I, pp. 33, 137; Robert H Zieger, America’s Great War: World War I and the American Experience, Rowan and Littlefield, Maryland, 2000, p. 87; Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, p. 81.

78 Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 21; Robert H Whiter, ‘The British Soldier Entered World War I with Vastly Improved Equipment over His Boer War Forebear’, Military History, Vol. 21, No. 1, 2004, p. 22.

79 Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, p. 33; Martin Gilbert, The Somme: Heroism and Horror in the First World War, Henry Holt Publishers, New York, 2006, p. 29; Lothian, ‘The Load Carried by the Soldier’, p. 12; Michael S Neiberg, Soldiers’ Lives through History: The Nineteenth Century, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 2006, p. 163; John Terraine, The Great War, Wordsworth Editions, Hertfordshire, 1997, p. 79; Spencer C Tucker, The European Powers in the First World War: An Encyclopedia, Garland, New York, 1996, p. 357; Whiter, ‘The British Soldier Entered World War I with Vastly Improved Equipment over His Boer War Forebear’, p. 23.

80 Ellis, Eye-Deep in Hell Trench Warfare in World War I, p. 33.

81 Peter Stanley, Quinn’s Post: Anzac, Gallipoli, Allen & Unwin, Crows Nest, 2005, p. 17; Owen William Steele, Louvencourt to Eve of Battle (4 April 1916 – 30 June 1916)’ in David R Facey-Crowther (ed), Lieutenant Owen William Steele of the Newfoundland Regiment: Diary and Letters, McGill-Queen’s University Press, Quebec, 2002, p. 191; Patrick H Brennan, ‘From Amateur to Professional: The Experience of Brigadier General William Antrobus Griesbach’ in Brighton C Busch (ed), Canada and the Great War: Western Front As喐ociation Papers, McGill-Queens University Press, 2003, p. 82.

82 Rick Landers, ‘Saddle up’: The Australian Load Carrying Equipment of British, American & Local Origin, Thau Watana Panich Press, Bangkok, 1998, pp. 47–48.

83 Joseph Balkoski, Beyond the Beachhead: The 29th Infantry Division in Normandy, 2nd edition, Stackpole Books, Pennsylvania, 1999, p. 9; Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, p. 81; Adrian R Lewis, Omaha Beach: A Flawed Victory, University of North Carolina Press, North Carolina, 2001, p. 16; Mayville, ‘A Soldier’s Load’, pp. 25–26; Scott C Porter, ‘The Soldier’s Load’, Infantry, Vol. 82, No. 3, 1992, p. 20; Schwendiman, Saving Lives, Saving Honor: The 39th Evacuation Hospital During World War 2, p. 119.

84 Porter, ‘The Soldier’s Load’, p. 20.

85 Balkoski, Beyond the Beachhead: The 29th Infantry Division in Normandy, p. 8.

86 David M Kennedy, Freedom from Fear: The American People in Depression and War, 1929–1945, Oxford University Press,컡New York, 1999, p. 710.

87 James Sidney Lucas, War on the Eastern Front, 1941–1945: The German Soldier in Russia, Stein and Day, 1980, p. 57; Mark Johnston, At the Front Line: Experiences of Australian Soldiers in World War 2, Cambridge University Press, Cambridge, 1996, p. 9; Allan R Millett and Williamson Murray, Military Effectiveness, Unwin Hyman, London, 1988, p. 64.

88 Australian Army Staff, The Australian Army at War: An Official Record of Service in Two Hemispheres, 1939–1944, 5th edition, Merriam Press, Vermont, 2007, p. 31; Peter Brune, A Bastard of a Place: The Australians in Papua, Allen & Unwin, Crows Nest, 2003, p. 84; Kuring, ‘The Infantryman’s Load’; Mark Johnston, That Magnificent 9th An Illustrated History of the 9th Australian Division 1940–46, Allen & Unwin, Crows Nest, 2002, p. 200.

89 Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’.

90 Australia–Japan Research Project, ‘The Human Face of War: Equipment’.

91 Michael Tavel Clarke, These Days of Large Things: The Culture of Size in America, 1965–1930, University of Michigan Press, Michigan, 2007, p. 285; Oliver North and Joe Musser, War Stories II: Heroism in the Pacific, Regnery Publishing Inc,

Washington, 2004, p. 352.

92 John A English, The Canadian Army and the Normandy Campaign: A Study of Failurein High Command, Praeger Publishers, New York, 1991, p. 123.

93 Terry Copp, Fields of Fire: The Canadians in Normandy, University of Toronto, Toronto, 2003, p. 16.

94 Brent Byron Watson, Far Eastern Tour: The Canadian Infantry in Korea 1950–1953, McGill-Queen’s University Press, Quebec, 2002, p. 56.

95 Paul M Edwards, The Korean War, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 2006, p. 79.

96 Charles R Shrader, Communist Logistics in the Korean War, Greenwood Publishing Group, Connecticut, 1995, p. 137.

97 Dick Camp, ‘Toktong Ridge Runners – 1st Battalion, 7th Marines’, Leatherneck, Vol. 83, No. 12, 2000, p. 43.

98 Peter B Zwack, ‘Interview: South Korea’s Fighting General’, Military History, Vol. 20, No. 5, 2003, p. 93.

99 Shrader, Communist Logistics in the Korean War, p. 137.

100 Richard Peters and Xiaobing Li, Voices from the Korean War: Personal Stories of American, Korean, and Chinese Soldiers, University Press of Kentucky, Kentucky, 2004, p. 174.

101 John G Sheppard, The Fall of Rome and the Rise of the New Nationalities, Routledge Press, London, 1861, pp. 23–24.

102 Patrick H Dockery, Vietnam Was More Than Just the Killing, Trafford Publishing, Victoria, 2002, pp. 72, 137; S P Mackenzie, Revolutionary Armies – the Modern Era: A Revisionist Approach, Routledge Publishers, Oxford, 1997, p. 167; Rottman, US Army Infantryman in Vietnam 1965–73, p. 29.

103 Sheppard, The Fall of Rome and the Rise of the New Nationalities, pp. 23–24.

104 Gary McKay, In Good Company: One Man’s War in Vietnam, Allen & Unwin, Crows Nest, 1987, p. 53.

105 Hall, Combat Battalion: The Eighth Battalion in Vietnam, p. 87.

106 Ibid.

107 Ibid.

108 Kuring, ‘The Infantryman’s Load’; Gary McKay, Delta Four: Australian Rifleman in Vietnam, Allen & Unwin, Crows Nest, 1996, p. 35; Taylor, Last Out: 4 RAR/NZ (Anzac) Battalion’s Second Tour in Vietnam, p. 58.

109 Archer, et al., World History of Warfare, p. 167; Kuring, ‘The Infantryman’s Load’.

110 Kuring, ‘The Infantryman’s Load’; Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, p. 81.

111 Max Hastings and Simon Jenkins, The Battle for the Falklands, W W Norton & Coy, New York, 1983, p. 232; Stringer, ‘Infantry Marching Endurance’, p. 83.

112 Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, p. 86; A R Marsh, ‘A Short but Distant War – the Falklands Campaign’, J R Soc Med, Vol. 76, No. 11, November 1983, p. 979; Stringer, ‘Infantry Marching Endurance’, p. 83.

113 Mayville, ‘A Soldier’s Load’, p. 26.

114 Ibid.

115 Ezell, ‘Battlefield Mobility and the Soldier’s Load’.

116 Andrew L Solgere, ‘A Soldier’s Load…Revisited’, Marine Corps Gazette, Vol. 83, No. 10, 1999, p. 35.

117 Porter, ‘The Soldier’s Load’, pp. 19–20; Hobbes, Essential Militaria: Facts, Legends and Curiosities About Warfare through the Ages, p. 81; Robert H Scales, ‘Urban Warfare: A Soldier’s View’, Military Review, Vol. 85, No. 1, 2005, p. 17; Task Force Devil Combined Arms Assessment Team, ‘The Modern Warrior’s Combat Load. Dismounted Operations in Afghanistan April–May 2003’; Bachrach and Aris, ‘Military Technology and Garrison Organization: Some Observations on Anglo-Saxon Military Thinking in Light of the Burghal Hidage’, p. 14.

118 ‘Field Study in Afghanistan Finds Need for Lighter Combat Loads’, Army Logistician, Vol. 36, No. 3, 2004, p. 47; Task Force Devil Combined Arms Assessment Team, ‘The Modern Warrior’s Combat Load: Dismounted Operationsin Afghanistan April–May 2003’.

119 Field Manual 21-18 Foot Marches, Department of the Army, Washington DC, 1 June 1990, pp. 5–10.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: