Απο Βασίλης Γιαννακόπουλος*, πηγή: topontiki.gr

Περιορισμό της αποσταθεροποίησης και των μειζόνων απειλών συστήνει η δεξαμενή σκέψης RAND Corporation – Οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις με τη Ρωσία και την Κίνα.

Στην παρούσα φάση η κυβέρνηση Μπάιντεν ασχολείται με τη χάραξη της νέας αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Τα «Lessons Learned» των τελευταίων δεκαετιών καταδεικνύουν ότι «η διαρκής συγκρουσιακή κατάσταση και η αστάθεια στην περιοχή της Μέσης Ανατολής απειλούν άμεσα τόσο τους Αμερικανούς όσο και τους συμμάχους τους».

Μάλιστα αρκετές από αυτές τις συγκρούσεις προκαλούν μεταξύ άλλων την ανάδυση νέων ασύμμετρων απειλών σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο τροφοδοτώντας βίαιο εξτρεμισμό, σημαντική συγκέντρωση όχι μόνο συμβατικών, αλλά και όπλων μαζικής καταστροφής, αυξημένες προσφυγικές – μεταναστευτικές ροές, μείζονα οικονομικά προβλήματα και ανθρωπιστικές κρίσεις.

Επομένως για τους αναλυτές της Ουάσιγκτον φαίνεται να είναι ξεκάθαρη η επιλογή της αμερικανικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο μάλλον ακόμη δεν έχουν αποφασιστεί ο τρόπος και ο βαθμός της εμπλοκής. Θα πρέπει να υιοθετηθεί μια στρατηγική παρόμοια με αυτή που εφαρμόστηκε ανεπιτυχώς τα τελευταία είκοσι χρόνια, δηλαδή μετά την «11η Σεπτεμβρίου», ή να χαραχθεί μια νέα, εξυπνότερη και περισσότερο ρεαλιστική μεσανατολική πολιτική, η οποία θα εμπεριέχει «λιγότερα στρατιωτικά» και «περισσότερα διπλωματικά και οικονομικά εργαλεία»;

Από την ψυχροπολεμική περίοδο τα τεράστια ποσά ως οικονομική βοήθεια προς τους Άραβες εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών – συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ – και η υποστήριξη για τη δημιουργία σημαντικών οπλοστασίων δεν επέφεραν την περιφερειακή σταθερότητα ούτε διασφάλισαν την αμερικανική υπεροχή στην εν λόγω περιοχή.

Επιπλέον η διαρκής και δυσανάλογη εστίαση στην ιρανική απειλή είχε αποτέλεσμα την κακοδιαχείριση των υπόλοιπων περιφερειακών προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένων των συνεχιζόμενων ασύμμετρων απειλών που συνιστούσαν οι μη κρατικοί εξτρεμιστικοί δρώντες.

Μια ομάδα της αμερικανικής «δεξαμενής σκέψης» για θέματα παγκόσμιας πολιτικής RAND Corporation, προκειμένου να αξιολογήσει την παρούσα κατάσταση και να προτείνει μια εναλλακτική μεσανατολική πολιτική, εξέτασε τέσσερις βασικές πτυχές της αμερικανικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή:

● Τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους περιφερειακούς εταίρους.

● Τη διαχείριση των μειζόνων απειλών.

● Τον ρόλο των παγκόσμιων ανταγωνιστών, ιδιαίτερα της Κίνας και της Ρωσίας.

● Τα «εργαλεία άσκησης πολιτικής» για την επίτευξη των αμερικανικών στρατηγικών στόχων.

Περιφερειακοί εταίροι

Η εν λόγω ομάδα διαπίστωσε ότι η Ουάσιγκτον επιδίωκε και συνεχίζει να επιδιώκει τη σύναψη περιφερειακών εταιρικών σχέσεων συνεργασίας με βάση μια δυαδική λογική, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργούν και υποστηρίζουν μια ομάδα κρατών προκειμένου να αντιταχθούν σε γειτονικούς αντίπαλους κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες.

Όμως, με την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής, οι Ηνωμένες Πολιτείες εύκολα έχαναν τον έλεγχο τόσο του περιφερειακού εταίρου όσο και της σκοπούμενης προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων.

Μείζονες απειλές

Η μέχρι σήμερα αμερικανική πολιτική της μέγιστης πίεσης και των μονομερών κυρώσεων έναντι του Ιράν, που για την Ουάσιγκτον συνιστά τη μείζονα απειλή στη Μέση Ανατολή, δεν έχει περιορίσει ούτε την ανάπτυξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά ούτε και τις αποσταθεροποιητικές του περιφερειακές δραστηριότητες.

Ως εκ τούτου μια νέα προσέγγιση στην αντιμετώπιση ή και εξουδετέρωση της εν λόγω ασύμμετρης απειλής θα απαιτήσει όχι μόνο τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Τεχεράνης, αλλά και την ενίσχυση της αμερικανικής υποστήριξης για περιφερειακές μεταρρυθμίσεις, ώστε να επέλθει μείωση της περιφερειακής ιρανικής επιρροής.

Απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι «η αλλαγή του περιβάλλοντος εντός του οποίου λειτουργεί το Ιράν και όχι η αλλαγή του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος». Για παράδειγμα ο περιορισμός της αποσταθεροποίησης, που προκαλείται από ένοπλες φιλο-ιρανικές σιιτικές ομάδες, θα απαιτήσει την ενίσχυση των «νόμιμων δυνάμεων ασφαλείας» στις περιοχές όπου αυτές δραστηριοποιούνται.

Επιπρόσθετα η εξουδετέρωση της ασύμμετρης απειλής που συνιστά η πιθανή δυναμική επανεμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις σταθεροποιητικές τάσεις κυρίως στις περιοχές της ανατολικής Συρίας και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στο Ιράκ, οι οποίες θα αυξήσουν τη νομιμότητα και το κύρος της ιρακινής κυβέρνησης και των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας στα μάτια όλων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των Ιρακινών σουνιτών.

Παγκόσμιοι ανταγωνιστές

Για την Ουάσιγκτον τα ρωσικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή σχετίζονται με την ασφάλεια και τις πωλήσεις όπλων. Η Μόσχα παρεμβαίνει και στρατιωτικά στην περιοχή, προκειμένου να προωθήσει τα οικονομικά της συμφέροντα μέσω του εμπορίου, των επενδύσεων και των σταθερών αγορών πετρελαίου.

Από την πλευρά της η Κίνα δίνει προτεραιότητα στις οικονομικές συναλλαγές και τις επενδύσεις. Η Μέση Ανατολή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Belt and Road Initiative της Κίνας (την κινεζική στρατηγική ανάπτυξης υποδομών και επενδύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο) για την αύξηση του χερσαίου και θαλάσσιου χώρου των οικονομικών συναλλαγών και της ψηφιακής σύνδεσης σε όλη την Ευρασία, τη Μέση Ανατολή και τμήματα της Αφρικής.

Βέβαια τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία έχουν ορισμένα κοινά συμφέροντα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως για παράδειγμα η μη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής, και υποστηρίζουν την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Επίσης η Κίνα, ως χώρα σημαντικής παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας, ενδιαφέρεται για τις περιφερειακές σταθερές τιμές ενέργειας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία, ως σημαντικοί παραγωγοί ενέργειας, ενδιαφέρονται για σταθερές τιμές, που επιτρέπουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Επομένως μια Μέση Ανατολή με λιγότερο βίαιο εξτρεμισμό, περισσότερη ευημερία και ισχυρότερες τάσεις μη διάδοσης κυρίως των πυρηνικών όπλων εκτιμάται ότι θα ωφελήσει και τις τρεις παγκόσμιες δυνάμεις.

Εργαλεία πολιτικής

Αρχικά η ομάδα της RAND Corporation διερεύνησε τα αναθεωρημένα οικονομικά, διπλωματικά και άλλα μέσα με τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν εκ νέου να επιτύχουν τους στόχους τους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι:

● Η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής έχει ξεπεράσει κατά πολύ το 50% της συνολικής αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας παγκοσμίως.

● Η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή (εξαιρουμένου του Αφγανιστάν) παραμένει σταθερή σε λιγότερους από 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες.

● Η οικονομική υποστήριξη για την εφαρμογή των προγραμμάτων στρατιωτικής συνεργασίας δεν αξιολογείται ούτε τακτικά αλλά ούτε και αυστηρά, ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

 

*Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι γεωστρατηγικός αναλυτής

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: