του Τχη (ΜΧ) Χανιά Ευριπίδη, το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο 39º τεύχος του περιοδικού “Διακλαδική Επιθεώρηση” της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου (Α.ΔΙ.Σ.ΠΟ.)

  • Υποστήριξη της φάσης σταθεροποίησης από πλευράς πληροφοριών, κατά τη σχεδίαση και κατά τη διεξαγωγή μιας διακλαδικής επιχείρησης
  • Εκτίμηση αποτελεσματικότητας. Λόγοι επιτυχίας και αίτια αποτυχίας

“Αν ο εχθρός γνώριζε τι πράττει ο εχθρός, τότε ο εχθρός θα ενίκα τον εχθρόν”

Γενικά

Η παραπάνω φράση αποδίδεται στον Μέγα Ναπολέοντα, ο οποίος με αυτό τον τρόπο τόνισε την ανάγκη της απόκτησης ορθών πληροφοριών κατά την διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Η κατοχή επίκαιρων και επακριβών πληροφοριών για όλες τις φάσεις μιας πολεμικής διακλαδικής επιχείρησης είναι σημαντικός παράγοντας τόσο για ένα επιτελείο που σχεδιάζει, όσο και για τα στρατεύματα όλων των κλάδων που διεξάγουν την επιχείρηση.

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή

Η Μέση Ανατολή αποτελεί ανέκαθεν ένα γεωγραφικό χώρο ευμετάβλητο. Αυτή η ρευστότητα αναδείχθηκε κατά τον 20ο και συνεχίστηκε και τον 21ο αιώνα. Συγκεκριμένα, προϊόν ανακατατάξεων ήταν και το Ιράκ, που ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος το 1932 και μετά από το Β ́ΠΠ την εξουσία ήλεγξε το κόμμα Μπαάθ, ενώ από τον Ιούλιο 1979 ηγέτης του κράτους ανέλαβε πραξικοπηματικά ο σουνίτης Σαντάμ Χουσεΐν. Έχοντας «μεσσιανική ρητορική και ολοκληρωτικές μεθόδους» (Παπασωτηρίου 2007,13) ενεπλάκη σε πόλεμο με το Ιράν (1979-1988), ενώ το θέρος 1990, απροειδοποίητα προέβη στη κατάκτηση του Κουβέιτ. «Αρνούμενος να αποσυρθεί από τη χώρα και συγκεντρώνοντας 42 από τις 66 ενεργές Μεραρχίες του Στρατού, αντιμετώπισε ότι καλύτερο σε έμψυχο και άψυχο υλικό, με αποτέλεσμα να υποστεί συντριβή» (Σταυρόπουλος 2003, 48-49).

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων, παρέμεινε στην εξουσία αλλά ουσιαστικά, μετά την επιβληθείσα από τα Ηνωμένα Εθνη απαγόρευση ζωνών πτήσεων (1991), ο Σαντάμ Χουσεΐν, δεν ήλεγχε απόλυτα τους Σιιτες στο νότιο μέρος και τους Κούρδους στο βόρειο μέρος του Ιράκ, αντίστοιχα (Κουμπής 2004, 26). Κατάφερε να διατηρηθεί για ακόμη δώδεκα έτη, μέχρι τις αρχές του 2003, όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ κινήθηκε πολεμικά για δεύτερη φορά εναντίον του, με τον ισχυρισμό της κατοχής αριθμού Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ), ο οποίος αποδείχθηκε μάλλον ασθενής.

Ιστορικό Επιχείρησης Ιρακινή Ελευθερία

O Β’ πόλεμος στο Περσικό κόλπο (1) ήταν μια διακλαδική επιχείρηση των δυνάμεων μιας συμμαχίας (2) εναντίον του Ιράκ (3). Η πολεμική επιχείρηση ξεκίνησε (4) στις 19 Μαρτίου 2003 με συνδυασμένη δράση των 4 κλαδών (5) και ολοκληρώθηκε σε 21 ημέρες, με την οριστική απομάκρυνση από την εξουσία του κυβερνώντος καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, του οποίου «η απομάκρυνση ετέθη ξεκάθαρα και από τη πρώτη στιγμή ως ο γενικός σκοπός του πολέμου» (Κουμπής 2004, 14). Οι συμμαχικές χερσαίες δυνάμεις εισχώρησαν βαθέως από τα νότια σύνορα εντός του Ιράκ και εξέθεσαν τα πλευρά και τα μετόπισθεν στις ασύμμετρες προσβολές (Λακαφώσης 2003) (6) , ενώ οι αεροπορικές δυνάμεις τις υποστήριξαν αποτελεσματικά με την προσβολή μιας μεγάλης ποικιλίας εχθρικών στόχων με όπλα ακριβείας σε χρόνο ρεκόρ από τη στιγμή που αυτοί γινόταν αντιληπτοί στο πεδίο της μάχης, εξασφαλίζοντας αεροπορική υπεροχή στην Περιοχή Διακλαδικών Επιχειρήσεων. Παράλληλα, Δυνάμεις Ειδικών Επιχειρήσεων (7) εκτέλεσαν προετοιμασία στόχων, καταστροφή πυραυλικών συστημάτων (8) και αποστολές CSAR (9), όταν απαιτήθηκαν. Η Βαγδάτη δεν αποδείχθηκε τελικά το «Στάλινγκραντ του Ιράκ» και η επιχείρηση παρά ότι αρχικά αμφισβητήθηκε, δικαίωσε τελικά τους εμπνευστές της, ενώ οι βαρύγδουπές δηλώσεις της τότε Ιρακινής κυβέρνησης για αιματοχυσία στα τείχη της Βαγδάτης έμειναν κενόγράμμα. Την 01 Μαΐου 2003, ο τότε πρόεδρος Τζ. Μπούς διακήρυξε θριαμβευτικά το τέλος των επιχειρήσεων που κόστισε στους συμμάχους λιγότερους από 200 νεκρούς (Παπασωτηρίου 2007,17-18).

Ποιά είναι η CENTCOM;

Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή υπήρξε ανέκαθεν ζωηρό. Μετά τη πτώση του Σάχη στην Περσία και την αποτυχημένη απόπειρα εκκένωσης των ομήρων της πρεσβείας στη Τεχεράνη, απαιτήθηκε η δημιουργία ενός διακλαδικού στρατηγείου (10) με την ονομασία Central Command (CENTCOM), αποκλειστικά για τη Μέση Ανατολή. Έως τότε, η ευθύνη διεξαγωγής των επιχειρήσεων ήταν μια συνεχής διελκυστίνδα μεταξύ της Pacific Command (PACOM) και της European Command (EUCOM). Η CENTCOM ήταν η Διοίκηση που διεξήγαγε τους δυο πολέμους στο Περσικό Κόλπο και αντίστοιχοι Διοικητές της ήταν ο Στρατηγός Νόρμαν Σβαρκωφ και ο Στρατηγός Τόμυ Φράνκς (Σταυρόπουλος 2003, 48).

Σχεδίαση Φάσης IV

Η σχεδίαση των ΕΔ των ΗΠΑ περιλαμβάνει την ύπαρξη 6 σταδίων (11) μιας αποστολής. Οι Διοικήσεις που σχεδιάζουν στο επιχειρησιακό επίπεδο, λαμβάνουν δεδομένα από το στρατηγικό που προέρχονται από τον επικεφαλή των ΕΔ (12) , τον Υπουργό Άμυνας και τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ (Hover 2012, 340). Για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, δημιουργήθηκαν με βάση το “war plan 1003-98”, τρεις διαφορετικές ολοκληρωμένες εκδόσεις Διαταγής Επιχειρήσεων (13) (ΔΓΕΠ), ενώ στην εφαρμοσθείσα ΔΓΕΠ (14), προβλέφθηκε και η εκτέλεση της φάσης IV (15). Η φάση αυτή ήταν και η πιο δύσκολη, διότι απαιτούσε τον συντονισμό μεταξύ των διάφορων υπηρεσιών (16). Οι ευθύνες της CENTCOM εστίασαν στη μετάβαση από την υψηλής έντασης περίοδο επιχειρήσεων στην μετά επιχειρήσεων εποχή, όπου το περιβάλλον είναι ακόμη ασταθές και οι συνέπειες του πολέμου επηρεάζουν άμεσα τον πληθυσμό (Hooker 2004, 35). Η γενική φιλοσοφία και επιδίωξη της σταθεροποίησης, ήταν η ταχεία μεταβίβαση της εξουσίας σε Ιρακινούς, προκειμένου να επιτευχθεί η αποκατάσταση της τάξης και στοιχειώδους λειτουργίας του κράτους, στο λιγότερο δυνατό χρονικό διάστημα.

Υποστήριξη από Πλευράς Πληροφοριών

Ως αφετηρία της επιχείρησης «Ιρακινή Ελευθερία», θεωρείται η 21 Νοεμβρίου 2001 (17), όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Μπούς, διέταξε τον Υπουργό Άμυνας (ΥΠΑΜ) Ντ. Ραμσφελντ, να αρχίζει τη σχεδίαση της. Έξι ημέρες μετά η διαταγή μεταβιβάστηκε στο Διοικητή της CENTCOM (Hooker 2005,105).

Κύριος σκοπός της Εκτίμησης Πληροφοριών (ΕΠ) είναι η παροχή στο Διοικητή μιας αξιόπιστης βάσης για τη λήψη αποφάσεων, σχετικά με τις επιχειρήσεις και αφορά τα ανώτερα επίπεδα Διοίκησης. Η δομή της CENTCOM ήταν τέτοια που η αναλυτική υποστήριξη από πλευράς πληροφοριών παρείχετο από το διακλαδικό κέντρο πληροφοριών της (18) σε συνδυασμό με ομάδες αναλυτών της J2 (Hooker 2005, 17). Οι δυο αυτές ομάδες συνεργάστηκαν πολύ στενά με αντίστοιχες των J3 και J5 στις διάφορες εκδόσεις της ΔΓΕΠ 1003 V με αντίστοιχη λεπτομερή «ανάλυση πληροφοριών περί εχθρού» και αντίστοιχες απαιτήσεις της δύναμης (Hooker 2004, 20) για όλες τις φάσεις της επιχείρησης. Μάλιστα, η συλλογή πληροφοριών είχε ξεκινήσει πολλούς μήνες πριν από την έναρξή της (19). Η σχεδίαση ήταν τόσο λεπτομερής που σε μια εκδοχή της ΔΓΕΠ 1003,υπήρχε σχετικό σχέδιο με την κωδική ονομασία “Desert Crossing” και το οποίο τον Ιούλιο 1999, είχε εκτελέστηκε σε πολεμικό παίγνιο (ΠΠ) με τη συμμετοχή πολιτικών φορέων και φυσικά του προσωπικού πληροφοριών.

Από πλευράς σχεδίασης, το πολυάριθμο διακλαδικό επιτελείο πληροφοριών της CENTCOM, κάλυψε πλήρως τις ανάγκες σχεδίασης του Διοικητή σε όλες τις φάσεις της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τους όλους τους παράγοντες που μπορούσαν να επηρεάσουν τη διεξαγωγή για κάθε φάση χωριστά, εστιάζοντας όμως εκ του αποτελέσματος, υπερβολικά στη φάση ΙΙΙ. Ειδικά για τη σταθεροποίηση, εξέδωσε εκτίμηση των πιθανών απειλών για τους Συμμάχους που θα πυροδοτούσε η πτώση του καθεστώτος στο μεταπολεμικό Ιράκ (20) (Hooker 2004, 90), στο οποίο η παρουσία τους θα ήταν σύντομη με επιδίωξη ταχείας απεμπλοκής. Συγκεκριμένα κατά τη φάση IV, η ΕΠ ανέμενε περίοδο βίας και κοινωνικής αναταραχής που γενικά θεώρησε ότι θα ήταν μια ενδο-Ιρακινή βία, παρά μια «στασιακή» βία εναντίον των δυνάμεων.

Κατά τη διάρκεια της σχεδίασης, υιοθετήθηκε αναγκαστικά (21) το «δόγμα» του τότε ΥΠΑΜ Ντ. Ραμσφέλντ που συμπυκνώθηκε σε μια φράση: «περισσότερες πληροφορίες, λιγότερη μάζα δυνάμεων» (Χριστογιαννάκης 2003, 48). Καλλιέργησε όμως στους επιτελείς, ένα σημαντικό δίλλημα: Οι συμμαχικές δυνάμεις έπρεπε να είναι μειωμένες και σχετικά βασιζόμενες στην τεχνολογική υπεροχή τους (22) ή έπρεπε να είναι κανονικής σύνθεσης; Πριν την 11 Σεπτεμβρίου 2001, υπήρχε η τάση δημιουργίας και υποστήριξης «αντάρτικού» εντός του Ιράκ, η μεγέθυνση του οποίου θα άνοιγε το δρόμο για την εισβολή των συμμαχικών δυνάμεων (23) (Hooker 2004, 19), ιδέα που ποτέ δεν υιοθετήθηκε έως τότε. Όταν μετά τον Ιανουάριο 2002, εφαρμόστηκε η ιδέα των Ταχέως Αποφασιστικών Επιχειρήσεων (24), η οποία είχε τη βάση της στην περιβόητη «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» (25), η σχεδίαση έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα «εσωτερική βοήθεια». Εδώ, η ΕΠ έσφαλε μερικώς για την προθυμία των Σιιτων, διότι «υιοθετήθηκαν υπέρμετρα απόψεις εξόριστων Ιρακινών» (Λακαφώσης 2004, 42), οι οποίοι δεν είχαν επαφή με τη χώρα ή για ιδιοτελείς λόγους ήταν υπερβολικοί στις απόψεις τους. Τα παραπάνω φάνηκαν εντυπωσιακά, επειδή θα βοηθούσαν εξαιρετικά τις ΗΠΑ να υποτάξει το Ιράκ με λελογισμένη δύναμη (Hooker 2004, 22) αλλά ουσιαστικά έρχονταν σε αντίθεση με την ουσία της επιχειρησιακής τέχνης (Σταυρόπουλος 2003, 53).

To 2003 στο Ιράκ, επιβεβαιώθηκε η άποψη ότι η «φάση IV συχνά περιγράφεται ως περίοδος επιχειρήσεων μετά τη σύγκρουση, αλλά αυτός ο όρος είναι παραπλανητικός» (Crane 2005, 27). Ο πιο πολύ χρόνος και η ενέργεια κατά τη σχεδίαση και τα ΠΠ, καταναλώθηκαν στις φάσεις που θεωρήθηκαν περισσότερο ελκυστικές, δηλαδή στη περίοδο υψηλής στρατιωτικής έντασης, αδιαφορώντας και μη συνεξετάζοντας το περιβάλλον κατά τη σταθεροποίηση (Hooker 2005, 31). Αυτό προκλήθηκε από την εμμονή της τότε πολιτικής ηγεσίας στις «καινοτόμες» θεωρίες της αλλά και της τάσης «του προσωπικού των ομάδων σχεδίασης, να έχει εμμονές με τις εντυπωσιακές πράξεις ελιγμού και πυρός, παρά με τις πολιτικού χαρακτήρα λειτουργίες που πρέπει ο πόλεμος να υπηρετεί» (Hendrickson et al 2005, 28) την επόμενη ημέρα κατά τη φάση της σταθεροποίησης, όπως πχ η αστυνόμευση από τις χερσαίες δυνάμεις και η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης – συνοχής. Συνεπώς, η αρχή αποφυγής εικασιών/υποθέσεων δεν τηρήθηκε για τη σχεδίαση της φάσης αυτής και δεν προσδιορίστηκαν επακριβώς οι υποθέσεις αυτών για το μεταπολεμικό Ιράκ, αφήνοντας αυτές αόριστες.

Επιπρόσθετα, δεν δόθηκε έμφαση ή εσκεμμένα υποεκτιμήθηκε κατά την ανάλυση της φάσης, η πιθανότητα και η σοβαρότητα ανταρσίας, η οποία θα στόχευε τη συμμαχία (Hooker 2004, 91-92). Για αυτό υπήρχαν πολλοί λόγοι. Ο πρώτος ήταν ότι η διαδικασία σχεδίασης έδωσε έμφαση στη συντριβή των συμβατικών Ιρακινών ΕΔ και όχι στην επίδραση από την ενέργεια αυτή, παραμένοντας στη νοοτροπία του 1991. Δεύτερον, υπολογίστηκε λανθασμένα ο βαθμός υποστήριξης των Ιρακινών για τη συμμαχία. Η κοινή γνώμη (με εξαίρεση τους Κούρδους) αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τις προβλέψεις, θεωρώντας τις ΗΠΑ κατοχική και όχι απελευθερωτική δύναμη (Hendrickson et al 2005,1). Τρίτον, η υπηρεσιακή γραφειοκρατική διαδικασία και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατικών οργανώσεων (εκτός των ΕΔ) για τη διαχείριση του μεταπολεμικού Ιράκ, έκανε τη διαδικασία να προβλεφθούν στρατιωτικά οι επιπλοκές που παρουσιάστηκαν, ακόμη δυσκολότερη. Σε αυτούς τους τρεις παράγοντες, προστέθηκαν και οι αλλαγές που προέκυψαν, όπως πχ η αναστολή της ταχείας παράδοσης της διακυβέρνησης σε Ιρακινούς.

Κριτική επί της υποστήριξης πληροφοριών κατά τη διεξαγωγή της φάσης IV (Αιτία επιτυχιών και αστοχίες)

Η εκτέλεση της επιχείρησης στέφθηκε με επιτυχία και η φάση ΙΙΙ ολοκληρώθηκε πιθανώς και πιο γρήγορα από το αναμενόμενο. Παρά τις λίγες αρχικές «ατυχίες των Αμερικανών στη Νασιρίγια και των Βρετανών στη Βασόρα και στο Ουμ Κάσρ, σε συνδυασμό με την απογοητευτική ανυπαρξία αντικαθεστωτικών εξεγέρσεων στο Σιιτικό νότο που λίγο έλειψαν να προκαλέσουν κρίση εμπιστοσύνης στην διοίκηση της CENTCOM» (Σταυρόπουλος 2003, 57), ο γενικός σκοπός του πολέμου επετεύχθη, αφού έπρεπε απαραίτητα να κατακτηθεί ολόκληρη η χώρα (Κουμπής 2004, 14). Η επιτυχία κατέστη εφικτή με την υποστήριξη ενός ενοποιημένου Συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου, Επικοινωνιών και Πληροφορικής, Πληροφοριών, Επιτήρησης και Αναγνώρισης (26) και ενός ικανού, υψηλής επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης διακλαδικού επιτελείου (Bradley 2004, 4) που εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες «της τεχνολογίας των όπλων και μέσων, των επιχειρήσεων πληροφοριών και του ανθρωπινού δυναμικού» (Κουμπής 2004, 23). Γενικά, οι εκτιμήσεις της υπηρεσίας πληροφοριών της CENTCOM επαληθευτήκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων (Hooker 2004, 93).

Όμως γρήγορα σχετικά, προέκυψαν τα αρνητικά παράγωγα της νίκης των συμμάχων που μπορούν να συνοψιστούν σε 3 φράσεις: Εγκληματική αναρχία, παρατεταμένη εξέγερση και μια κοινωνία, βαθύτατα διαιρεμένη σε εθνοτικές και θρησκευτικές γραμμές (Hendrickson et al 2005,4). Ο συνδυασμός τους δεν βοήθησε τη περίοδο σταθεροποίησης να περατωθεί όπως είχε σχεδιαστεί και εδώ πλέον εντοπίζεται η πλημμελής αξιολόγηση της ΠΕΠΙΧ. Παρά την υποστήριξη πληροφοριών της CENTCOM, που παρείχε επαρκή (όχι απόλυτη) πρόβλεψη, η σχεδίαση είχε εστιάσει σε ζητήματα που απασχόλησαν μεταπολεμικά το Ιράκ το 1991, όπως η αντιμετώπιση μεγάλου αριθμού προσφύγων και η καταστροφή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, ενώ δεν μπόρεσε να μεταβληθεί και να προβλέψει τις νέες απειλές που απευθύνονταν στη συμμαχική κατοχή (Hendrickson et al 2005,7).

Από τα αρνητικά παράγωγα, το πιο σημαντικό ήταν η αποτυχία της εκτίμησης της συνεχώς αυξανόμενης αναρχίας και της επίδρασης των λεηλασιών, που έγιναν λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση του καθεστώτος (Hendrickson et al 2005,11-12). Αυτό παρουσιάστηκε κυρίως στην Βαγδάτη και λιγότερο στις υπόλοιπές μεγάλες πόλεις. Στην πρωτεύουσα (27), οι Μονάδες της 3 Μηχανοκίνητης Μεραρχίας αναγκάστηκαν να επέμβουν παρότι δεν είχαν σαφείς πληροφορίες και διαταγές για τη φάση αυτή (Hendrickson et al 2005,35) ενώ δεν ήταν εκπαιδευμένοι στη διαχείριση πλήθους και στη διατήρηση της κοινωνικής ηρεμίας (Hover 2012, 342). Αντίθετα, λόγω της ορθής εκμετάλλευσης των πληροφοριών, η αποκατάσταση της τάξης σε άλλες περιοχές που κατέλαβε ο συμμαχικός στρατός, όπως οι ελεγχόμενες από Κούρδους στο Β. Ιράκ αλλά και στο Ουμ Κασρ, ήταν υποδειγματική, αφού υπήρχαν ομάδες ΠΣΣ (28), ομάδες κοινωνικών υποθέσεων ακόμα και ΜΚΟ (29) που αποκατέστησαν το νόμο και τη τάξη σε συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες (Bensahel, Ν. et al 2008, 87-88).

Οι συμμαχικές δυνάμεις απέτυχαν να προβλέψουν την ταχεία ισχυροποίηση της αντίστασης και σε συνδυασμό με τις άλλες φορές άτολμες ή βραδείες αποφάσεις για δομικές λύσεις εξουσίας (30) και άλλες φορές με τις αυτόκαταστροφικές συμπεριφορές τους για το ρόλο κατοχής που είχαν αναλάβει, επέδρασαν αρνητικά σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανοικοδόμησης και εξόδου από το κοινωνικό – οικονομικό τέλμα (Λακαφώσης 2004, 44). Επιπρόσθετα, καίριος ήταν και ο πλήρης αποκλεισμός των μελών του κόμματος Μπααθ (31) από τη στελέχωση της μεταβατικής Ιρακινής κυβέρνησης και των κρατικών υπηρεσιών, που τους οδήγησε στη δημιουργία ανταρτικών ομάδων (Hendrickson et al 2005,2). Όλα αυτά είχαν ως «αποτέλεσμα την έλευση μιας αγνώστου τύπου σύγκρουσης που είχε επίδραση στην ικανότητα να φέρουν σε πέρας τις ευθύνες που αναλογούν σε έναν κατακτητή σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο» (Hover 2012, 344).

Γενικά, η Ιρακινή ανταρσία θεωρείται αποτελεσματική και αντιστρόφως σε σχέση με την αναποτελεσματικότητα των Ιρακινών συμβατικών δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Αυτό φαίνεται από τη σύγκριση των συμμαχικών απωλειών στην επιχείρηση και μετά από αυτή, με τη δεύτερη να τείνει να είναι δραματικά υψηλή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αναρχία που προκλήθηκε κατά τη φάση IV της επιχείρησης, δεν προκλήθηκε εξαιτίας της δραστηριότητας των συμμάχων, αλλά και από ένα επακόλουθο σχέδιο του καθεστώτος (σε περίπτωση ήττας του) προκειμένου να επιφέρει ηθελημένη αναταραχή (Παπασωτηρίου 2007,20). Μάλλον έτσι εξηγείται η απελευθέρωση 100.000 εγκληματιών από τις Ιρακινές φυλακές μερικούς μήνες πριν την εισβολή (Hendrickson et al 2005,13). Όμως, δεν δόθηκε έγκαιρα σημασία στο γεγονός, δεν προβλέφθηκε μια γενική αντιμετώπιση του, αλλά και όταν η εξέγερση άρχισε να δυναμώνει, υπήρξε άρνηση κατανόησης της.

Η εμμονή για διάλυση των ΕΔ του Ιράκ, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις (32) και χωρίς να έχουν εναλλακτικές επιλογές (33) ήταν άστοχη (Hendrickson et al 2005, 2) και καταστροφική. Σημειώνεται ότι, ο Ιρακινός Στρατός θα μπορούσε να αποτρέψει ή να σταματήσει τις λεηλασίες που πραγματοποιήθηκαν από τις 09 Απριλίου 2003 (34) και μετά, στις μεγάλες πόλεις της χώρας και οι οποίες ήταν προϊόν της κατάρρευσης του καθεστώτος. Εδώ ήταν εμφανής η ανεπάρκεια της «ευκαμψίας» και της «ανταπόκρισης» στην αναθεώρηση της ΕΠ στο επιχειρησιακό επίπεδο, που απαιτούνταν λόγω των γεγονότων της φάσης IV.

Η βαθιά διαιρεμένη κοινωνία του Ιράκ, αποδείχθηκε αρνητική αιτία κατά το τερματισμό των εχθροπραξιών και στη σταθεροποίηση (Hendrickson et al 2005,6 και Cordesman 2003, 43). Στους Συμμάχους «ανεμένετο υποδοχή με χειροκροτήματα στην οποία πολλά στήριζε το συμμαχικό σχέδιο» (Λακαφώσης 2003), όμως, ο θρησκευτικός διαχωρισμός σε Σιιτες και Σουνίτες αλλά και ο εθνολογικός μεταξύ των Κούρδων και των άλλων φυλών ήταν εμφανής και από την αρχή προβληματικός. Επιπλέον, «στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δυο πολέμων στο Περσικό κόλπο, η αμερικανική πλευρά δεν κατάφερε να προετοιμάσει υπέρ της το έδαφος με την προσέλκυση των αντιφρονούντων του Ιρακινού καθεστώτος στο Νότο» (Προβατά 2003, 88), γεγονός που επίσης είχε αντίκτυπο στη φάση αυτή. Τα προβλήματα επιδεινώθηκαν, αφού οι Σύμμαχοι δεν μπόρεσαν να ακούσουν τον Ιρακινό λαό που δεν ήθελε «ούτε Σαντάμ, ούτε νέους δυνάστες» και οι Αμερικάνοι που αποδείχθηκαν «ξένοι σε ξένη γη», δεν είχαν γλωσσική και πολιτιστική επαφή, ενώ σχεδόν πάντα (35) δημιουργούσαν υποψίες στις περιοχές που κατείχαν (Hendrickson et al 2005,18).

Δεν μελετήθηκε επαρκώς η ιστορία του Ιράκ. Έτσι οι αναλυτές πληροφοριών, ενώ εντόπισαν μια παρόμοια φάση της ιστορίας του Ιράκ (την επανάσταση των Σιιτών Ιρακινών το 1920), η οποία προκλήθηκε από τη καταπίεση των Αγγλικών αρχών, αναπτύχθηκε αργά και ήταν αιματηρή, δεν πρόβλεψαν ότι θα υπήρχαν παρόμοια εθνοτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά για να πυροδοτήσουν κάτι ανάλογο (Hooker 2004, 91).

Από τη στιγμή που η ΕΠ συνέτεινε ότι υπήρχαν μη προβλέψιμες απειλές δεν εισακούστηκε και δεν εφαρμόστηκε η αρετή που ονομάζεται «στρατηγικός πλουραλισμός» (36) που θα οδηγούσε σε ποικιλία δυνατοτήτων για τον επιχειρησιακό και τους τακτικούς Διοικητές (Hendrickson et al 2005, 27), συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών και μονάδων «μη πολεμικής» αποστολής, ώστε να υπάρχει η εποπτεία του μεταπολεμικού Ιράκ.

Συμπεράσματα

Η ταχεία νίκη των ΗΠΑ και των δυνάμεων της συμμαχίας τους στο Ιράκ το 2003, αποδείχθηκε «πύρρειος» και αυτό οφείλεται στη περίοδο της σταθεροποίησης, η οποία δεν διάρκεσε λίγες εβδομάδες, όπως προβλέπονταν αλλά περίπου 6 έτη. Από τα προαναφερθέντα, οι συμμαχικές δυνάμεις, ήταν προετοιμασμένες για τις επιχειρήσεις και την ακριβώς μετά το πέρας τους, κατάσταση με το ευμενέστερο σενάριο, αλλά όχι για αυτό που πραγματικά συνέβη σε αυτή τη φάση. Ποτέ δεν πρόβλεψαν και δεν αποδέχθηκαν, ότι θα χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη έκταση για μια ιδιότυπη και μακροχρόνια κατοχή του Ιράκ. Η παραπάνω κριτική συνοψίζεται πολύ εύστοχα στη φράση: «Ενώ το πολεμικό σχέδιο για την ανατροπή του Σαντάμ ήταν εξαιρετικό, η σχεδίαση για την ειρηνική περίοδο ήταν θλιβερά ανεπαρκής» (Hendrickson et al 2005, 2). Συνεπώς, είναι απαραίτητο να υποστηριχθεί η ΕΠ στα υψηλά επίπεδα σχεδίασης αλλά και η προπαρασκευή της Περιοχής Επιχειρήσεων από πλευράς πληροφοριών στο πεδίο των διακλαδικών επιχειρήσεων, ώστε να υπάρχει συνεχής ανάδραση, οι αναφορές να βελτιώνονται και να καθίστανται όσο το δυνατό πιο επακριβείς, μειώνοντας τα κενά πληροφοριών και να επιτυγχάνεται ταχύτατα και ορθότερα η λήψη ορθής απόφασης από τα στρατεύματα που μάχονται.

Γενικά, η ΕΠ ενώ ήταν ένα δυνατό εργαλείο στα χέρια του Διοικητή της CENTCOM στη σχεδίαση της επιχείρησης και στην διεξαγωγή των 3 φάσεων της (Hooker 2005 93), απέτυχε να προβλέψει όχι τα γεγονότα κάθε αυτά, αλλά κυρίως τη «φύση και την δριμύτητα των προκλήσεων ασφαλείας στη σταθεροποίηση» (Hooker, 2005 92). Η ανάλυση της φάσης IV, υπέφερε από αξιοσημείωτα κενά και μερικές φορές από προκαταλήψεις ή μεγάλη εμπιστοσύνη (που γενικά οι ομάδες πληροφοριών οφείλουν να αποφεύγουν), ήταν η πιο αδύνατη και ίσως η λιγότερο «δουλεμένη» πτυχή της ΕΠ (Hooker, 2005 92) και αυτό γιατί θεωρήθηκε ότι η μετάβαση στο «νέο Ιράκ» θα ήταν αναίμακτη και η Ιρακινή κοινωνία θα ήταν έτοιμη και φιλική για να κτίσει με τους Συμμάχους το νέο κράτος. Δυστυχώς, αυτή η λανθασμένη άποψη ήταν η επικρατούσα όχι μόνο στο επιτελείο της CENTCOM, αλλά και σε όλη τη κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών (37) και έμοιαζε σαν «κολλητική ασθένεια». Σημειώνεται ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ παρακολουθούσαν προσεκτικά το Ιράκ (από όλες τις απόψεις) από τις αρχές του 1990 (Hooker, 2005 101). Η πραγματικότητα της φάσης IV ήταν τελείως διαφορετική και δημιούργησε σταδιακά σκηνικό χάους στο Ιράκ εμπλέκοντας τις ΗΠΑ «σε μια επίπονη και αιματηρή προσπάθεια νέων εθνικών θεσμών» (38) (Παπασωτηρίου 2007,28). Συνεπώς, οι εκτιμήσεις οφείλουν να είναι αντικειμενικές, να λαμβάνουν υπόψη εξίσου όλες τις παραμέτρους, να οδηγούν σε πρακτικές λύσεις και να μην είναι αγκυλωμένες σε στερεότυπες αντιλήψεις, όσο βολικές και εάν είναι αυτές.

Επίσης, αρνητική ήταν η υπεροπτική στάση του τότε ΥΠΑΜ προς την CENTCOM, ο οποίος επιζητούσε κεραυνοβόλα αποτελέσματα και αδιαφόρησε για τις συνέπειες της συμμαχικής νίκης, μη λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις για ενδο-Ιρακινή βία. Μάλιστα «αυτή η διακλαδική επιχείρηση, στάθηκε δοκιμαστική ως προς τη θεωρία παρεμβολής των πολιτικών προϊσταμένων στη διαδικασία σχεδίασης ενός στρατιωτικού επιτελείου και της επιβολής των απόψεων της στην στρατιωτική ιεραρχία» (Hendrickson et al 2005, 25). Συνάγεται, ότι η παρεμβολή (εμμέσως ή άμεσα) οπουδήποτε παράγοντα στην ΕΠ και στη σχεδίαση δυσχεραίνει τη διαδικασία και δημιουργεί εμβόλιμα παραπλανητικά δεδομένα.

Επιπλέον, εκ των αποτελεσμάτων της σταθεροποίησης συνάγεται η μερική αποτυχία της ενημέρωσης του κύκλου πληροφοριών και της ανατροφοδότησης της προπαρασκευής της περιοχής επιχειρήσεων από άποψη πληροφοριών, ώστε να ληφθούν σοβαρά τα επερχόμενα «μηνύματα ανταρσίας» από τη CENTCOM και να μεταδοθούν ιεραρχικά προς το ΥΠΑΜ. Σίγουρα λόγω της ιδιομορφίας της σταθεροποίησης (ασταθές και ίσως ουδέτερο περιβάλλον), απαιτείται η μέγιστη δυνατή ταχύτητα στην αναθεώρηση του εξαιρετικά σημαντικού όγκου πληροφοριών που συλλέγονται στη περιοχή επιχειρήσεων. Δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη από το προσωπικό πληροφοριών η εχθρική άποψη που υπήρχε τόσο στη Σουνιτική κοινότητα, όσο και της αδιάφορης έως δυσμενούς που υπήρχε στη Σιιτική κοινότητα, που οδήγησε νομοτελειακά στην ανταρσία. Αυτό, αποτελεί προειδοποίηση ακόμη και για τα πιο προηγμένα συστήματα συλλογής πληροφοριών παγκοσμίως, ότι η ακόμα και η δεκαετής στενή – εντατική συλλογή και αναλυτική κάλυψη ενός πιθανού αντιπάλου μπορεί να αφήσει σημαντικά κενά και σοβαρό έλλειμμα ορθών πληροφοριών (Cordesman 2003, 3).

Προτάσεις

Εξετάζοντας την εξέλιξη της υποστήριξης πληροφοριών αλλά και της ίδιας της επιχείρησης, συμπεραίνεται ότι είναι πολύ σημαντική η υποστήριξη σε πληροφορίες για το σύνολο των φάσεων κάθε διακλαδικής επιχείρησης και η εστίαση σε εκείνα τα σημεία των φάσεων που συνήθως δε δίνεται σημασία. Επιπλέον, πρέπει να ενθαρρύνεται η αποφυγή υπηρεσιακών παρεμβολών στη στρατιωτική σχεδίαση και μόνον η επιθυμητή τελική κατάσταση θα πρέπει να περιγράφεται από τη πολιτική ηγεσία στο πολιτικό – στρατηγικό επίπεδο. Συνάμα, πρέπει να είναι κατανοητό σε όλα τα επίπεδα σχεδιάσεως ότι υπάρχουν ορισμένα εγγενή όρια στις ημέτερες στρατιωτικές δυνατότητες και για να διαφοροποιηθούν οι δυνατότητες αυτές γρήγορα, θα πρέπει αυτό να προκύπτει από τη συνεχώς επικαιροποιημένη εκτίμηση των δυνατοτήτων του αντιπάλου και των προθέσεων του με βάση τις διατιθέμενες επεξεργασμένες πληροφορίες.

Επίλογος

«Πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, η τελική έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων ήταν προκαθορισμένη. Η πιο δύσκολη φάση, ωστόσο ξεκίνησε μετά την αμερικανοβρετανική επικράτηση και οι απαισιόδοξες προβλέψεις δικαιώθηκαν τόσο, διότι το Αμερικανικό πεντάγωνο προσπάθησε να κερδίσει τον πόλεμο με χαμηλό κόστος αλλά και να ανοικοδομήσει το Ιράκ με φθηνές μεθόδους» (Ντόκος 2004, 72). Το Ιράκ καταλήφθηκε εντός τριών εβδομάδων και η Βαγδάτη εντός τριών ωρών. Έτσι έγινε και στο Αφγανιστάν όπου οι Ρώσοι εντός ημερών κατέλαβαν τη χώρα και εντός ωρών την Καμπούλ, αλλά εγκατέλειψαν τη χώρα χωρίς γέλια και σοβαρά προβληματισμένοι , μετά από 10 έτη (Λακαφώσης 2003). Στη περίπτωση της επιχείρησης «Ιρακινή Ελευθερία», η σταθεροποίηση άργησε να έρθει και αυτό πραγματοποιήθηκε και εξαιτίας της ορθότητας – επικαιροποίησης της εκτιμήσης πληροφοριών. Τελικά, η ιστορία μάλλον επαναλαμβάνεται και οι εκτιμήσεις πληροφοριών των επιτελείων όλων των κλιμακίων που αφορούν τη σταθεροποίηση μετά τις πολεμικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να το έχουν πάντα κατά νου.

Παραπομπές

  1. Η κωδική ονομασία ήταν: Ιρακινή Ελευθερία (“IRAQI FREEDOM”_OIF)
  2. Μετάφραση του όρου “Coalition Forces”, δηλαδή των ΗΠΑ, του ΗΒ και των συμμάχων τους.
  3. Αποτέλεσε μέρος του γενικότερου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας, τους πολέμους δηλαδή που οργάνωσαν οι ΗΠΑ μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
  4. Στηριζόμενη στο δόγμα του «Σοκ και Δέος» (“Shock and Awe”).
  5. Ως τέταρτος κλάδος θεωρούνται στις ΕΔ των ΗΠΑ, οι Πεζοναύτες.
  6. Με αιχμή, την 3 Μηχανοκίνητη Μεραρχία, η οποία είχε ταχεία προέλαση στο κεντρικό νότιο τομέα του Ιράκ με ρυθμό 300 χλμ σε 5 ημέρες, παρακάμπτοντας τυχούσες αντιστάσεις.
  7. Κυρίως από τις ΗΠΑ, το ΗΒ, την Αυστραλία και την Πολωνία.
  8. Με ικανότητα εξαπόλυσης όπλων μαζικής καταστροφής (ΟΜΚ).
  9. CSAR: Combat Search and Rescue = Διάσωση Μάχης.
  10. Με έδρα στην Τάμπα της Φλόριντα (ΗΠΑ).
  11. Οι έξι φάσεις είναι: Shape (Phase 0), Deter (Phase I), Seize the Initiative (Phase II), Dominate (Phase III), Stabilize (Phase IV), and Enable Civil Authority (Phase V).
  12. Chairman of the Joint Chiefs of Staff (CJCS).
  13. “Operational Plan”.
  14. Με την αρίθμηση OPLAN 1003 V.
  15. Φάση IV: Επιχειρήσεις Σταθεροποίησης.
  16. “Interagency coordination”.
  17. Δεκαέξι μήνες πριν την έναρξη της επιχείρησης.
  18. CENTCOM IJC: Central Command Intelligence Joint Center.
  19. Για την ακρίβεια η ροή πληροφοριών δεν σταμάτησε ποτέ, αλλά εντάθηκε στα μέσα του 2002.
  20. Συνάρτηση ήταν και η μέθοδος κατάρρευσης του καθεστώτος.
  21. Αρχικά υπήρξε σημαντική διαφωνία με τη Διοίκηση της CENTCOM, όπως και με το τότε Α/ΓΕΕΔ των ΗΠΑ σε θέματα όπως ο αριθμός των στρατευμάτων ή το είδος των επιχειρήσεων.
  22. Άποψη μεγάλης μερίδας του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού στο ΥΠΑΜ.
  23. Συνάρτηση ήταν και η μέθοδος κατάρρευσης του καθεστώτος.
  24. Rapid Decisive Operations: Καλλιεργήθηκε σε ένα βιβλίο στρατηγιστών του National Defense College και περιέγραφε τα επιθυμητά αποτελέσματα ώστε να συντριφθεί άμεσα ένας αντίπαλος.
  25. “Revolutions in Military Affairs”.
  26. Που είναι ευρέως γνωστά ως C4ISR2.
  27. Στόχοι των λεηλασιών ήταν και σημαντικά δημόσια κτίρια, όπως το Εθνικό Μουσείο της Βαγδάτης, στρατόπεδα κλπ.
  28. Πολιτικό-Στρατιωτικής Συνεργασίας.
  29. Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.
  30. Η ταχεία μεταφορά της κυριαρχίας σε μια διορισμένη Ιρακινή κυβέρνηση που θα ακολουθούνταν από εκλογές.
  31. Το οποίο είχε για πολλά χρόνια την εξουσία.
  32. Διότι ο στρατός σε αντίθεση με άλλες παραστρατιωτικές ομάδες ήταν εθνικός θεσμός.
  33. Όπως μεγάλο αριθμό συμμαχικών στρατευμάτων, προκειμένου να ασχοληθούν σε καθήκοντα φύλαξης και χωροφυλακής ή κάποια έτερη αξιόπιστη πρόταση.
  34. Θεωρείται κομβικής σημασίας, αφού τότε αποκαθηλώθηκε το άγαλμα του Σαντάμ Χουσεΐν από το προεδρικό μέγαρο.
  35. Με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως αυτή της 101 Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας υπό τον τότε Υποστράτηγο Ντ. Πετρέους (Παπασωτηρίου 2007,21).
  36. Σύμφωνα με το πολιτικό επιστήμονα, Σάμιουελ Χάντιγκτον.
  37. Αποκαλούμενη ως: “Intel community”.
  38. Απόδοση του όρου “Nation building”.

Bιβλιογραφία

  • Bensahel, Ν. Oliker O. Crane, K. Brennan, R Gregg, Heather. Sulivan, Th.Ratmell, A. (2008) After Saddam: Prewar Planning and the Occupation of Iraq [διαδίκτυο], Rand Cooperation.
  • Bradley, Carl M. (2004) Intelligence, Surveillance And Reconnaissance In Support Of Operation Iraqi Freedom: Challenges For Operation Iraqi Freedom: Challenges For Rapid Maneuvers and Joint C4ISR Integration And Interoperability. Τελική Αναφορά, Newport: Joint Military Operations Department, Naval War College.
  • Βλάσσης, Σάββας, (2003) Επιχείρηση «Iraqi Freedom» – χερσαίες επιχειρήσεις. Στρατηγική, Απρίλιος, τεύχος 103, σελίδες: 70 – 79.
  • Cordesman, A. (2003) The intelligence failure in the Iraq war, Washington: Εκδό-
  • σεις Center for Strategic and International Studies.
  • Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. (2012) ΔΚ 2-1, Επιχειρησιακή Σχεδίαση Ενόπλων Δυνάμεων. Αθήνα: Έκδοση ΓΕΕΘΑ/Α2.
  • Crane, C. Ανχης ε.α. (2005) Phase IV: Where wars are really won. Military Review, Μάιος – Ιούνιος, σελίδες: 27-36.
  • Hendrickson, D. – Tucker, R. (2005) Revisions in Need of Revising: What Went Wrong in the Iraq War. Εκδόσεις: US Army War College, Strategic Studies Institute.
  • Hooker, Gr. (2005) Shaping the plan for Operation Iraqi Freedom – The role of military intelligence assessments. Revised edition. Washington: Εκδόσεις The Washington Institute for Near East Policy.
  • Hoover, M. Τχης (2012) The occupation of Iraq: a military perspective on lessons learned. International review of the Red Cross, τεύχος 885, Μάρτιος – Μάιος. Σελίδες: 339-346.
  • Κουμπής, Ιωάννης. Ταξίαρχος (2004) Επιχείρηση «Iraqi Freedom». Στρατιωτική Επιθεώρηση, 6 (1) Ιανουάριος – Φεβρουάριος, σελίδες: 14-27.
  • Λακαφώσης, Δημήτριος Αντγος ε.α. (2004) Το Ιράκ: 10 μήνες μετά. Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 60, Ιανουάριος – Φεβρουάριος , σελίδες: 44-46.
  • -. (2003) Συμπεράσματα από το τελευταίο πόλεμο στο Ιράκ. Προβληματισμοί Νοέμβριος. Διαθέσιμο http://www.elesme.gr/elesmegr/periodika/t16 /t16_15 .htm (πρόσβαση: 02 Ιαν 17)
  • Ντόκος, Θάνος. (2004) Τάσεις & χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος μετά το πόλεμο του Ιράκ. Στρατιωτική Επιθεώρηση, Μάιος – Ιούνιος, σελίδες: 58-77.
  • Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος. (2007) Η επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ: Πολιτική και Στρατηγική Ανάλυση. Γεωπολιτική, τεύχος 12, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, σελίδες: 11-30.
  • Πρόβατα, Μαριέττα. (2003) 1991-2003: Πόλεμος πληροφοριών στο Ιράκ. Αμυντική Επιθεώρηση, Απρίλιος, τεύχος 15, σελίδες: 81-89.
  • Σταυρόπουλος, Δημήτριος. (2003) Πόλεμος στη Μεσοποταμία: οι χερσαίες επιχειρήσεις. Αμυντική Επιθεώρηση, Απρίλιος τεύχος 15, σελίδες: 46-61.
  • Χριστογιαννάκης, Γιώργος. (2003) Ο Β ́ πόλεμος του Κόλπου. Στρατηγική, Απρίλιος, τεύχος 103, σελίδες: 46-49.

Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Τχης (ΜΧ) Ευριπίδης Χανιάς γεννήθηκε στο Βόλο την 18 Δεκ 1976. Εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1995 και αποφοίτησε το 1999 ως Ανθυπολοχαγός Μηχανικού. Αποφοίτησε επιτυχώς από όλα τα σχολεία του όπλου του, τη Σχολή Τεχνικής Εκπαίδευσης Αξιωματικών Μηχανικού (ΣΤΕΑΜΧ/61η ΕΣ) καθώς και από τη Σχολή Διοίκησης και Επιτελών (ΣΔΙΕΠ/24η ΕΣ) και την Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ/14η ΕΣ). Επιπλέον, είναι απόφοιτος του Τμήματος Βασικής Εκπαίδευσης Αξιωματικών της Σχολής ΜΧ του στρατού των ΗΠΑ και έχει παρακολουθήσει το ΝΑΤΟ Defense Planning Process Course στο NATO School.

Έχει υπηρετήσει σε αριθμό Ανεξάρτητων Υπομονάδων Μηχανικού και διετέλεσε Διοικητής των 3 και 7 ΛΜΧ. Αναπτύχθηκε στο Αφγανιστάν ως Δκτής ΛΜΧ του ΤΕΣΑΦ-30. Επίσης υπηρέτησε στη Διεύθυνση Σχεδίων και Ασκήσεων (ΔΙΣΧΕΑ) του ΓΕΣ, ως επιτελής στο τμήμα διεθνούς σχεδίασης.

Στο παρελθόν, έχουν δημοσιευθεί 8 άρθρα του στη Στρατιωτική Επιθεώρηση και 1 άρθρο στη Διακλαδική Επιθεώρηση της ΑΔΙΣΠΟ. Κατέχει πτυχίο Αγγλικής γλώσσας (επιπέδου Γ1) και πτυχία Γαλλικής και Ισπανικής γλώσσας (επίπεδο Β2).

Την παρούσα περίοδο υπηρετεί στη ΧΙΙ Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού «ΕΒΡΟΥ» ως επιτελής 4ου ΕΓ. Είναι έγγαμος με 2 τέκνα.

2 Σχόλια

  1. Gunslinger32

    Στο πρώτο απόσπασμα φαίνεται ότι η ιρακινή αντίσταση εφάρμοσε με επιτυχία ένα σχέδιο του ΝΑΤΟ, που έγινε γνωστό ως σκάνδαλο (η Επιχείρηση) Gladio, το οποίο προβλεπόταν να εφαρμοστεί σε περίπτωση εισβολής της ΕΣΣΔ στην δυτική Ευρώπη. Ενώ στο επόμενο φαίνεται, ότι οι πολιτικοί στις ΗΠΑ δεν έδωσαν σημασία σε ιστορικά γεγονότα τα οποία με προσεκτική μελέτη, θα μπορούσαν να επηρεάσουν θετικά (και προς όφελος τους) την εξέλιξη στο Ιράκ, μετά την ήττα του ιρακινού στρατού και την απομάκρυνση των σουνιτών και κόμματος Μπάαθ απο την εξουσία.

    «Γενικά, η Ιρακινή ανταρσία θεωρείται αποτελεσματική και αντιστρόφως σε σχέση με την αναποτελεσματικότητα των Ιρακινών συμβατικών δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Αυτό φαίνεται από τη σύγκριση των συμμαχικών απωλειών στην επιχείρηση και μετά από αυτή, με τη δεύτερη να τείνει να είναι δραματικά υψηλή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αναρχία που προκλήθηκε κατά τη φάση IV της επιχείρησης, δεν προκλήθηκε εξαιτίας της δραστηριότητας των συμμάχων, αλλά και από ένα επακόλουθο σχέδιο του καθεστώτος (σε περίπτωση ήττας του) προκειμένου να επιφέρει ηθελημένη αναταραχή (Παπασωτηρίου 2007,20). Μάλλον έτσι εξηγείται η απελευθέρωση 100.000 εγκληματιών από τις Ιρακινές φυλακές μερικούς μήνες πριν την εισβολή (Hendrickson et al 2005,13). Όμως, δεν δόθηκε έγκαιρα σημασία στο γεγονός, δεν προβλέφθηκε μια γενική αντιμετώπιση του, αλλά και όταν η εξέγερση άρχισε να δυναμώνει, υπήρξε άρνηση κατανόησης της.»

    «Δεν μελετήθηκε επαρκώς η ιστορία του Ιράκ. Έτσι οι αναλυτές πληροφοριών, ενώ εντόπισαν μια παρόμοια φάση της ιστορίας του Ιράκ (την επανάσταση των Σιιτών Ιρακινών το 1920), η οποία προκλήθηκε από τη καταπίεση των Αγγλικών αρχών, αναπτύχθηκε αργά και ήταν αιματηρή, δεν πρόβλεψαν ότι θα υπήρχαν παρόμοια εθνοτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά για να πυροδοτήσουν κάτι ανάλογο (Hooker 2004, 91).»

    Απάντηση
  2. tsimuha

    Πτωση αμερικανικου MH-60 στο Ιρακ, με εναν νεκρο.

    «In Iraq, with the crash of an aircraft, one member of the coalition was killed, and several others were wounded. According to reports, the MH-60 helicopter of special forces of the USA has touched the power lines.»

    Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: