Παίζοντας με τη Φωτιά στην Ουκρανία

Ρώσοι Στρατιώτες φωτογραφίζονται δίπλα σε ένα άρμα μάχης T-80 κοντά στο μέτωπο Αζοφσταλ στην Μαριούπολη. (Maximilian Clarke)

Οι υποτιμημένοι κίνδυνοι μιας καταστροφικής κλιμάκωσης του πολέμου

Του John J. Mearsheimer, Foreign Affairs, 17 Αυγούστου 2022
[Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύθηκε εδώ]

Το μεταφρασμένο άρθρο αναδημοσιεύθηκε απο την ιστοσελίδα: Αλέξανδρος Τζιρκώτης

Οι πολιτικοί ηγέτες στη Δύση φαίνεται να συμφωνούν στην άποψη ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία μπαίνει σε μια περίοδο παρατεταμένης αποτελμάτωσης, κάτι που σταδιακά θα αναγκάσει την εξουθενωμένη Ρωσία να αποδεχθεί μια λύση συμφέρουσα για τις ΗΠΑ, τους ΝΑΤΟ-ικούς τους εταίρους και την Ουκρανία. Παρόλο που πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι στη Δύση αναγνωρίζουν πως η Ουάσιγκτον και η Μόσχα μπορεί να επιδιώξουν κλιμάκωση της σύγκρουσης προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποιο πλεονέκτημα ή να εμποδίσουν μια επερχόμενη ήττα, πιστεύουν ότι μπορεί να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση που θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Λίγοι είναι αυτοί που φαντάζονται τις Αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να εμπλέκονται άμεσα στον πόλεμο ή που εκτιμούν πως η Ρωσία θα τολμήσει να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα.

Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοι της δίνουν την εντύπωση ότι δεν τους απασχολεί αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που μια καταστροφική κλιμάκωση του πολέμου μπορεί να αποφευχθεί, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι αντίπαλες πλευρές έχουν την ικανότητα να διαχειριστούν αποτελεσματικά μια τέτοια περίπτωση αν αυτή προκύψει. Ο κίνδυνος να συμβεί αυτό είναι σημαντικά μεγαλύτερος απ’ ότι θεωρεί η κοινή συμβατική λογική. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι μεταξύ των συνεπειών μιας τέτοιας κλιμάκωσης μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η έκρηξη ενός μεγάλου πολέμου μέσα στην ίδια την Ευρώπη και ίσως και ένας πυρηνικός Αρμαγεδδώνας, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ανησυχούμε ακόμα περισσότερο.

Για να κατανοήσουμε τη δυναμική μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία, θα πρέπει να αρχίσουμε από την εξεταση των στόχων που επιδιώκει η κάθε πλευρά. Από την έναρξη του πολέμου τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον έχουν αναβαθμίσει σημαντικά τις φιλοδοξίες τους. Τώρα, και οι δυο έχουν επικεντρώσει τις προσπάθειές τους στη νίκη, προκειμένου να πετύχουν σημαντικότατους πολιτικούς στόχους. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι η κάθε πλευρά να έχει ισχυρότατα κίνητρα για να βρει τρόπους να νικήσει ή, ακόμα πιο σημαντικό, να μην ηττηθεί. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εμπλακούν άμεσα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις είτε επειδή αγωνιούν για την έκβαση του πολέμου και βιάζονται να νικήσουν, είτε για να βοηθήσουν την Ουκρανία να αποφύγει την ήττα. Από την άλλη μεριά, η Ρωσία μπορεί να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα αν βρεθεί σε απόγνωση και βιάζεται να νικήσει ή αν αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο επικείμενης ήττας, η οποία θα είναι πολύ πιθανή στην περίπτωση που θα εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο οι Αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Επιπλέον, με δεδομένη την αποφασιστικότητα που δείχνει η κάθε πλευρά για να πετύχει τους στόχους της, δεν υπάρχει παρά πολύ μικρό περιθώριο συμβιβασμών. Οι μαξιμαλιστικές θέσεις που επικρατούν σήμερα τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα, τροφοδοτούν την κάθε πλευρά με ακόμα περισσότερους λόγους για να θέλουν νικήσουν στο πεδίο της μάχης, έτσι ώστε να μπορέσουν να επιβάλουν τους όρους τους στη συνθήκη ειρήνης που θα ακολουθήσει. Πρακτικά, η απουσία πιθανής διπλωματικής λύσης δίνει πρόσθετα κίνητρα και στις δύο πλευρές για να ανέβουν τη σκάλα της κλιμάκωσης. Αυτό, όμως, που βρίσκεται στα πιο ψηλά της σκαλοπάτια, μπορεί να είναι πραγματικά καταστροφικό: θάνατος και καταστροφές πολύ μεγαλύτερες απ’ ότι στο Β’ ΠΠ.

ΘΕΤΟΝΤΑΣ ΟΛΟ ΚΑΙ ΥΨΗΛΟΤΕΡΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αρχικά υποστήριξαν την Ουκρανία προκειμένου να εμποδίσουν τη Ρωσία να νικήσει και να βοηθήσουν την Ουκρανία να διαπραγματευτεί ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν τερματισμό των εχθροπραξιών. Όταν όμως οι Ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις άρχισαν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα Ρωσικά στρατεύματα εισβολής προκαλώντας τους σημαντικές απώλειες, ειδικότερα γύρω από το Κίεβο, η κυβέρνηση Μπάιντεν, άλλαξε στρατηγική και δεσμεύτηκε να βοηθήσει την Ουκρανία να νικήσει στον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Προσπάθησε επίσης να πλήξει καίρια τη Ρωσική οικονομία επιβάλλοντάς της πρωτοφανείς οικονομικές κυρώσεις. Όπως δήλωσε τον Απρίλιο ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας, Lloyd Austin, στόχος μας είναι “Να αποδυναμωθεί η Ρωσία σε βαθμό που δεν θα μπορεί πια να επαναλάβει όσα έκανε με την εισβολή της στην Ουκρανία”. Δηλαδή, στην πράξη, οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι επιδίωξή τους είναι να υποβιβάσουν τη Ρωσία από το καθεστώς της μεγάλης δύναμης στο οποίο βρίσκεται.

Πέραν τούτου, οι ΗΠΑ συνέδεσαν τη φήμη και το κύρος τους με το αποτέλεσμα του πολέμου. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν χαρακτήρισε τον πόλεμο που εξαπέλυσε η Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας, “γενοκτονία”, και το Ρώσο Πρόεδρο Βλ. Πούτιν, “εγκληματία πολέμου”, ο οποίος θα πρέπει δικαστεί γι΄αυτό το έγκλημα. Τέτοιου είδους δηλώσεις εκ μέρους του Προέδρου κάνουν πολύ δύσκολη οποιανδήποτε υποχώρηση των ΗΠΑ. Εάν η Ρωσία επικρατήσει στον πόλεμο με την Ουκρανία, η θέση, η φήμη και το κύρος των ΗΠΑ στον κόσμο θα τρωθεί σημαντικότατα.

Και οι Ρωσικές φιλοδοξίες έχουν αυξηθεί. Σε αντίθεση με τη συμβατική λογική που επικρατεί στη Δύση, η Μόσχα δεν εισέβαλε στην Ουκρανία για να την κατακτήσει και να την ενσωματώσει σε μια “Μεγάλη Ρωσία”. Η κύρια έγνοια της ήταν να εμποδίσει την Ουκρανία να γίνει ένα Δυτικό οχυρό επάνω στα Ρωσικά σύνορα. Ειδικότερα, ο Πούτιν και οι σύμβουλοί του ανησυχούσαν για την πιθανότητα η Ουκρανία να ενταχθεί μελλοντικά στο ΝΑΤΟ. Ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ έθεσε ωμά και ξεκάθαρα αυτό το ζήτημα, στα μέσα Ιανουαρίου, όταν σε δημοσιογραφική διάσκεψη είπε πως, “το κλειδί της όλης κατάστασης είναι να δοθεί η εγγύηση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά”. Για τους Ρώσους ηγέτες, το ενδεχόμενο η Ουκρανία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, όπως το έθεσε ο ίδιος ο Πούτιν πριν την εισβολή, αποτελεί “άμεση απειλή για την ασφάλεια της Ρωσίας” – μια απειλή που θα μπορούσε να εξουδετερωθεί μόνο με πόλεμο, σκοπός του οποίου θα ήταν η μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα ουδέτερο ή σε ένα αποτυχημένο κράτος.

Επί τη βάσει αυτού του σκοπού, φαίνεται πως οι εδαφικοί αντικειμενικοί σκοποί της Ρωσίας έχουν επεκταθεί σημαντικά από τότε που άρχισε ο πόλεμος. Μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της εισβολής, η Ρωσία δήλωνε ότι δεσμεύεται στην εφαρμογή της συμφωνίας του Μινσκ ΙΙ, σύμφωνα με την οποία η περιοχή του Ντομπάς αποτελεί μέρος της Ουκρανίας. Κατά την εξέλιξη του πολέμου, όμως, η Ρωσία κατέλαβε εκτεταμένες περιοχές της ανατολικής και της νότιας Ουκρανίας και υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι ο Πούτιν σήμερα επιδιώκει να προσαρτήσει ολόκληρο ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο τμήμα αυτών των περιοχών, πράγμα που, αν το κάνει, θα καταστήσει την υπόλοιπη Ουκρανία ένα μη λειτουργικό εξαρτώμενο κράτος.

Η απειλή που αντιμετωπίζει η Ρωσία σήμερα είναι ακόμα μεγαλύτερη από εκείνην που αντιμετώπιζε πριν τον πόλεμο, κυρίως γιατί η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι πλέον αποφασισμένη να απωθήσει πλήρως τη Ρωσία από τα εδάφη που κατέλαβε και να απομειώσει αποτελεσματικά τη στρατιωτική της ισχύ. Τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα για τη Μόσχα, λόγω της ένταξης στο ΝΑΤΟ της Φινλανδίας και Σουηδίας και της τεράστιας στρατιωτικής βοήθειας που λαμβάνει η Ουκρανία, της οποίας οι δεσμοί με τη Δύση ενισχύθηκαν. Ο Πούτιν φαίνεται σίγουρος ότι η Ρωσία τελικά θα επικρατήσει έναντι της Ουκρανίας και των Δυτικών της υποστηρικτών. “Σήμερα, ακούμε ότι επιζητούν να μας νικήσουν στο πεδίο της μάχης”, είπε στις αρχές Ιουλίου. “Τι μπορεί να πει κανείς; Ας προσπαθήσουν. Οι στόχοι της “ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης” θα επιτευχθούν. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό”.

Η Ουκρανία, από την πλευρά της έχει τους ίδιους στόχους με την κυβέρνηση Μπάιντεν. Οι Ουκρανοί είναι αποφασισμένοι να ανακαταλάβουν τα εδάφη που κατέλαβε η Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας. Επίσης, μια αποδυναμωμένη Ρωσία θα είναι σίγουρα λιγότερο απειλητική για την Ουκρανία. Επιπλέον, οι Ουκρανοί είναι πεπεισμένοι ότι μπορούν να νικήσουν τους Ρώσους όπως είπε ξεκάθαρα ο Ουκρανός Υπουργός Άμυνας, Oleksii Reznikov, με δήλωσή του, περί τα μέσα Ιουλίου, “Σίγουρα, η Ρωσία μπορεί να ηττηθεί, η Ουκρανία έχει ήδη δείξει τον τρόπο πώς μπορεί να γίνει αυτό”. Προφανώς, ο Αμερικανός συνάδελφός του, Austin, συμφώνησε με την παραπάνω άποψη, όταν περί τα τέλη Ιουλίου δήλωσε πως, “Η στρατιωτική βοήθεια που δίνουμε στην Ουκρανία, έχει ανατρέψει την κατάσταση επί του εδάφους. Η Ρωσία νομίζει ότι μπορεί ν’ αντέξει περισσότερο από την Ουκρανία – ν’ αντέξει περισσότερο από εμάς. Αυτή η εκτίμηση είναι η πιο πρόσφατη από μια σειρά λανθασμένων εκτιμήσεων που έχει κάνει μέχρι τώρα η Ρωσία”.

Ουσιαστικά, το Κίεβο, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα είναι αποφασισμένοι να νικήσουν εις βάρος του αντιπάλου τους, γεγονός που αφήνει πολύ μικρά περιθώρια συμβιβασμών. Ούτε η Ουκρανία ούτε οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, θα αποδεχθούν μια ουδέτερη Ουκρανία. Πρακτικά, οι δεσμοί της Ουκρανίας με τη Δύση συσφίγγονται μέρα με τη μέρα. Ούτε η Ρωσία είναι πιθανόν να δεχθεί να επιστρέψει πίσω στην Ουκρανία όλα ή το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που κατέλαβε, ιδιαίτερα επειδή η εχθρότητα που τροφοδότησε τη σύγκρουση στην περιοχή του Ντομπάς μεταξύ των φιλο-Ρώσων αυτονομιστών και της Ουκρανικής κυβέρνησης τα τελευταία οκτώ χρόνια, είναι πιο έντονη από ποτέ.

Αυτά τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα εξηγούν το γιατί τόσοι πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων δεν πρόκειται να προκύψει προσεχώς και αντ’ αυτής προβλέπουν ένα αιματηρό αδιέξοδο. Ως προς αυτό έχουν δίκιο. Όμως, οι διάφοροι αναλυτές υποτιμούν την περίπτωση μιας ενδεχόμενης καταστροφικής κλιμάκωσης που εκ των πραγμάτων είναι εγγενής σε έναν παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία.

Υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι κλιμάκωσης του πολέμου, οι οποίοι είναι σύμφυτοι στον πόλεμο: (α), η μία ή και οι δύο πλευρές να αποφασίσουν την κλιμάκωση με στόχο να νικήσουν (β), η μία η και οι δύο πλευρές να αποφασίσουν την κλιμάκωση προκειμένου να αποφύγουν την ήττα ή (γ), η στρατιωτική σύγκρουση να κλιμακωθεί όχι ηθελημένα αλλά κατά λάθος. Καθένας από τους τρεις παραπάνω τρόπους μπορεί δυνητικά να εμπλέξει άμεσα τις ΗΠΑ στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να κάνει τη Ρωσία να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα, ή και τα δύο.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΜΠΛΑΚΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΟΙ ΗΠΑ

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Μπάιντεν συμπέρανε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ηττηθεί, άρχισε να στέλνει περισσότερα και ισχυρότερα όπλα στο Κίεβο. Η Δύση άρχισε να ενισχύει τις επιθετικές ικανότητες της Ουκρανίας στέλνοντάς της επιθετικά οπλικά συστήματα, όπως είναι οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών HIMARS, πέραν των “αμυντικών” όπλων που της έστελνε προηγουμένως, όπως είναι οι αντιαρματικοί πύραυλοι Javelin. Με την πάροδο του χρόνου τόσο η καταστροφική ικανότητα όσο και οι ποσότητες των όπλων που αποστέλλονται στην Ουκρανία, αυξάνονται. Το Μάρτιο, η Ουάσιγκτον δεν είχε εγκρίνει την αποστολή στην Ουκρανία Πολωνικών μαχητικών αεροσκαφών MiG-29 με το αιτιολογικό ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να κλιμακώσει τη στρατιωτική σύγκρουση. Τον Ιούλιο, όμως, δεν έφερε αντίρρηση όταν η Σλοβακία δήλωσε πως εξετάζει την παραχώρηση στο Κίεβο ίδιου τύπου αεροσκαφών. Ακόμα και οι ίδιες οι ΗΠΑ εξετάζουν την περίπτωση να παραχωρήσουν στην Ουκρανία μερικά από τα δικά τους αεροσκάφη F-15 και F-16.

Επίσης, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους εκπαιδεύουν Ουκρανούς στρατιωτικούς και δίνουν στην Ουκρανία ζωτικές πληροφορίες στοχοποίησης των Ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εισβολής. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε στην εφημερίδα The New York Times, η Δύση “έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο καταδρομέων και κατασκόπων” μέσα στην Ουκρανία. Μπορεί η Ουάσιγκτον να μην έχει εμπλακεί άμεσα στις εχθροπραξίες, όμως έχει δεσμευθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στον πόλεμο. Πρακτικά, σήμερα, βρίσκεται ένα μόνο βήμα μακριά από το να στείλει στην Ουκρανία Αμερικανούς στρατιώτες και πιλότους αεροσκαφών έτοιμους να πατήσουν τη σκανδάλη.

Οι Αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορεί να εμπλακούν άμεσα στη σύγκρουση με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, ας εξετάσουμε την περίπτωση που ο πόλεμος παρατείνεται για έναν χρόνο ή και περισσότερο και δεν διακρίνεται ούτε κάποια προοπτική διπλωματικής επίλυσης της κρίσης, ούτε κάποια πιθανότητα νίκης της Ουκρανίας. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ επείγονται να τερματίσουν τον πόλεμο – πιθανόν γιατί θα θέλουν να επικεντρωθούν στην προσπάθεια ανάσχεσης της Κίνας, ή γιατί το οικονομικό κόστος από την υποστήριξη της Ουκρανίας τους δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη. Σε αυτή την περίπτωση η Αμερικανική κυβέρνηση θα έχει κάθε λόγο να αναλάβει ενέργειες υψηλού ρίσκου – όπως είναι η επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την Ουκρανία ή η αποστολή μικρών Αμερικανικών στρατιωτικών μονάδων – προκειμένου να βοηθήσει την Ουκρανία να νικήσει τη Ρωσία.

Ένα πιο πιθανό σενάριο, που μπορεί να εμπλέξει άμεσα τις ΗΠΑ στον πόλεμο, είναι το ενδεχόμενο ο Ουκρανικός στρατός να αρχίσει να καταρρέει και μια μεγάλης έκτασης Ρωσική νίκη να είναι πρό των πυλών. Σ’ αυτή την περίπτωση, με δεδομένη την απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη, οι ΗΠΑ μπορεί να προσπαθήσουν να αλλάξουν την πορεία του πολέμου συμμετέχοντας άμεσα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Κάποιος μπορεί εύκολα να φανταστεί Αμερικανούς κυβερνητικούς αξιωματούχους να πιστεύουν πως σ’ αυτή την περίπτωση διακυβεύεται το κύρος και η φήμη της χώρας τους, και να πείθουν τους εαυτούς τους ότι μια περιορισμένη συμμετοχή των Αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στις επιχειρήσεις θα σώσει την Ουκρανία, χωρίς, από την άλλη μεριά, η εν λόγω ενέργεια να συνιστά δικαιολογία για τον Πούτιν να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Ή, μια Ουκρανία που θα έχει φτάσει σε σημείο απόγνωσης, θα μπορούσε να εξαπολύσει μια γενική μεγάλης έκτασης επίθεση εναντίον Ρωσικών πόλεων και χωριών, ελπίζοντας ότι μια τέτοιας μορφής κλιμάκωση θα επιφέρει μαζική αντεπίθεση εκ μέρους της Ρωσίας, η οποία τελικά θα προκαλέσει την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο.

Ένα τελευταίο σενάριο που αφορά την πιθανότητα της άμεσης εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο, είναι η ακούσια κλιμάκωση της σύγκρουσης: η Ουάσιγκτον, χωρίς να το επιζητήσει, μπορεί να συρθεί να εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο από κάποιο απρόβλεπτο γεγονός το οποίο θα κλιμακωθεί ανεξέλεγκτα. Μια πιθανότητα είναι να συγκρουστούν από ατύχημα Αμερικανικά και Ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη που περιπολούν στη Βαλτική θάλασσα. Ένα τέτοιο επεισόδιο μπορεί εύκολα να κλιμακωθεί σε θερμή σύγκρουση, αν λάβουμε υπόψη τον υψηλό βαθμό πολεμικής ετοιμότητας, την απουσία οποιασδήποτε επικοινωνίας και την αμοιβαία δαιμονοποίηση των δύο πλευρών.

Ή, μια άλλη πιθανότητα είναι, η Λιθουανία να απαγορεύσει τη μεταφορά μέσω του “διαδρόμου Σουβάλκι” [στα νότια σύνορά της με την Πολωνία] από τη Ρωσία [μέσω Λευκορωσίας] προς το θύλακα του Καλλίνιγκραντ, εμπορευμάτων και προϊόντων που υπόκεινται στις οικονομικές κυρρώσεις που επέβαλε η ΕΕ στη Ρωσία. Αυτό ακριβώς έκανε η Λιθουανία στα μέσα Ιουνίου, αλλά στα μέσα Ιουλίου, μετά που η Ρωσία ξεκαθάρισε ότι θα αντιδράσει με “σκληρά μέτρα”, αναθεώρησε την απόφασή της. Παρόλα αυτά το Υπουργείο Εξωτερικών της Λιθουανίας δεν κατάργησε πλήρως την εν λόγω απαγόρευση. Από τη στιγμή που η Λιθουανία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ σχεδόν σίγουρα θα την υπερασπίσουν σε περίπτωση που θα της επιτεθεί η Ρωσία.

Ή, είναι πιθανόν η Ρωσία να βομβαρδίσει κάποιο κτήριο στο Κίεβο ή κάποιο στρατόπεδο εκπαίδευσης κάπου στην Ουκρανία, σκοτώνοντας κατά λάθος σημαντικό αριθμό Αμερικανών – π.χ. Αμερικανών πολιτών που συμμετέχουν σε ανθρωπιστικές ομάδες παροχής βοήθειας στους Ουκρανούς, ειδικών στη συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών ή στρατιωτικών συμβούλων. Σ’ αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση Μπάιντεν, αντιμετωπίζοντας και την εσωτερική κατακραυγή, μπορεί να αποφασίσει να αντιδράσει προσβάλλοντας Ρωσικούς στόχους, κάτι που θα οδηγήσει τις δυο πλευρές σε μια κλιμάκωση της μορφής “μια σου και μια μου”.

Τέλος, υπάρχει η περίπτωση οι στρατιωτικές συγκρούσεις στη νότια Ουκρανία να πλήξουν το υπό Ρωσικό έλεγχο πυρηνικό εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Ζαπορίζια, το μεγαλύτερο του είδους του στην Ευρώπη, προκαλώντας διαρροή ραδιενεργών ουσιών και μόλυνση ολόκληρης της περιοχής, γεγονός που πιθανόν θα οδηγήσει τη Ρωσία να απαντήσει με παρόμοια πλήγματα. Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και σημερινός πρωθυπουργός, Dmitry Medvedev, έκανε μια σχετική απειλητική δήλωση τον Αύγουστο, λέγοντας ότι, “Μην ξεχνάτε ότι υπάρχουν και στην ΕΕ πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ρεύματος. Ατυχήματα, μπορεί να συμβούν κάλλιστα και σ’ αυτά”. Εάν η Ρωσία κτυπήσει κάποιο πυρηνικό αντιδραστήρα στην ΕΕ, τότε σίγουρα οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν συμμετέχοντας άμεσα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Βεβαίως, είναι πιθανόν και η Μόσχα να προκαλέσει την κλιμάκωση του πολέμου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Ρωσία, επιδιώκοντας απεγνωσμένα να σταματήσει τη ροή στρατιωτικής βοήθειας από τη Δύση προς την Ουκρανία, να κτυπήσει στόχους στις χώρες από τις οποίες διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος αυτής της βοήθειας: στην Πολωνία ή στη Ρουμανία, που είναι και οι δύο μέλη του ΝΑΤΟ. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο η Ρωσία να εξαπολύσει μαζικό κυβερνοπόλεμο εναντίον μιας ή περισσοτέρων Ευρωπαϊκών χωρών που βοηθούν την Ουκρανία, προκαλώντας τεράστιες ζημιές σε ζωτικές τους δομές. Μια τέτοια επίθεση μπορεί να ωθήσει τις ΗΠΑ να εξαπολύσουν αντεπίθεση μέσω του κυβερνοχώρου εναντίον της Ρωσίας. Εάν η τελευταία πετύχει, τότε η Μόσχα ενδεχομένως να αντιδράσει με στρατιωτικά μέσα. Εάν αποτύχει, τότε η Ουάσιγκτον μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνος ο τρόπος να τιμωρήσει τη Ρωσία είναι να χρήσιμοποιήσει στρατιωτικές δυνάμεις χτυπώντας την απ’ ευθείας. Τέτοιου είδους σενάρια φαίνονται απίθανο να συμβούν, αλλά όχι αδύνατο. Και αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος των πολλών άλλων σεναρίων, τα οποία μπορούν να μετατρέψουν αυτό που είναι σήμερα ένας τοπικός πόλεμος σε έναν γενικότερο και πολύ πιο επικίνδυνο.

ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ

Παρόλο που οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει τεράστιες ζημιές στην Ουκρανία, μέχρι στιγμής η Μόσχα διστάζει να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για να νικήσει. Ο Πούτιν δεν έχει αυξήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας κηρύσσοντας γενική επιστράτευση. Ούτε έχει στοχοποιήσει το δίκτυο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της Ουκρανίας, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να κάνει και το οποίο θα προκαλούσε τεράστια ζημιά στη χώρα. Πράγματι, πολλοί Ρώσοι τον κατηγορούν γιατί δεν εντατικοποιεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Πούτιν αποδέχθηκε αυτή την κριτική και απάντησε ότι θα τις κλιμακώσει εάν απαιτηθεί. Όπως είπε τον Ιούλιο, “Ειλικρινά, ακόμα δεν έχουμε αρχίσει”, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και θα το κάνει αν το απαιτήσει η κατάσταση.

Και με την έσχατη μορφή κλιμάκωσης τι γίνεται; Υπάρχουν τρεις περιπτώσεις που ο Πούτιν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Η πρώτη αφορά την περίπτωση που οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ θα εμπλακούν άμεσα στις στρατιωτικές συγκρούσεις. Μια τέτοια εξέλιξη όχι μόνο θα γύρει τη ζυγαριά του πολέμου εναντίον της Ρωσίας, αυξάνοντας εκθετικά την πιθανότητα να υποστεί δεινή ήττα, αλλά θα σήμαινε επίσης ότι η Ρωσία θα βρισκόταν μπλεγμένη σ’ έναν πόλεμο εναντίον μιας μεγάλης δύναμης, ο οποίος θα διεξαγόταν στο κατώφλι της και ο οποίος θα μπορούσε πολύ εύκολα να επεκταθεί μέσα στην ίδια την επικράτειά της. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι σχεδόν σίγουρο πως οι Ρώσοι ηγέτες θα θεωρούσαν ότι η επιβίωσή τους θα βρισκόταν σε κίνδυνο, πράγμα που θα αποτελούσε γι’ αυτούς ισχυρό κίνητρο για να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα προκειμένου να απεγκλωβιστούν απ’ αυτή τη δύσκολη θέση. Η πιο ανώδυνη επιλογή θα ήταν να επιχειρήσουν μερικά πυρηνικά πλήγματα “επίδειξης” [ει δυνατόν ανώδυνα π.χ. κάπου στη θάλασσα μακριά από οποιαδήποτε χώρα] με σκοπό να κάνουν τη Δύση να υποχωρήσει. Το κατά πόσο μια τέτοια ενέργεια θα τερματίσει τον πόλεμο ή θα τον κλιμακώσει, βγάζοντάς τον εκτός ελέγχου, δεν μπορεί να εκτιμηθεί εκ των προτέρων.

Κατά το διάγγελμά του, στις 24 Φεβρουαρίου, κατά το οποίο ανακοίνωσε την εισβολή στη Ρωσία, ο Πούτιν άφησε σοβαρά υπονοούμενα ότι θα χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα εάν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους συμμετάσχουν στον πόλεμο. Απευθυνόμενος “σ’ αυτούς που μπορεί να μπουν στον πειρασμό να εμπλακούν στον πόλεμο” είπε ότι “θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η Ρωσία θα αντιδράσει άμεσα και οι συνέπειες θα είναι τέτοιες που δεν θα έχετε ξαναδεί σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας”. Η δήλωση αυτή δεν διέφυγε της προσοχής του Avril Haines, διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, ο οποίος το Μάιο εκτίμησε ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα στην περίπτωση που το ΝΑΤΟ “επέμβει ή πρόκειται να επέμβει” στον πόλεμο, κι αυτό γιατί “προφανώς κάτι τέτοιο θα ενισχύσει στη Ρωσία την άποψη ότι επίκειται η ήττα της στον πόλεμο με την Ουκρανία”.

Στο δεύτερο σενάριο της πυρηνικής κλιμάκωσης, η Ουκρανία καταφέρνει από μόνη της να αντεπιτεθεί αποτελεσματικά στα πεδία των μαχών, χωρίς την άμεση συμμετοχή των ΗΠΑ. Εάν οι Ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις δείξουν ότι έχουν την ικανότητα να νικήσουν το Ρωσικό στρατό και να ανακτήσουν τα κατακτηθέντα εδάφη, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μόσχα μπορεί να θεωρήσει αυτή την εξέλιξη ως υπαρξιακή απειλή, η οποία θα δικαιολογούσε τη χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πούτιν και οι σύμβουλοί του ανησύχησαν τόσο πολύ από την ευθυγράμμιση της Ουκρανίας με τη Δύση, που, παρά τις ξεκάθαρες προειδοποιήσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ότι οι συνέπειες που θα είχε η Ρωσία σε ενδεχόμενη επίθεσή της εναντίον της Ουκρανίας θα ήταν τρομερές, αποφάσισαν να της επιτεθούν. Σ’ αυτή την περίπτωση και σε αντίθεση με το πρώτο σενάριο, η Μόσχα θα χρησιμοποιούσε πυρηνικά όπλα όχι μέσα στο πλαίσιο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ αλλά εναντίον της Ουκρανίας. Και θα το έκανε αυτό χωρίς να φοβάται πυρηνικά αντίποινα, καθότι το Κίεβο δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, ενώ και οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν να αρχίσουν έναν πυρηνικό πόλεμο με τη Ρωσία. Η απουσία συγκεκριμένης [πυρηνικής] απειλής αντιποίνων θα καθιστούσε ευκολότερη την απόφαση του Πούτιν να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα εναντίον της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με ένα τρίτο σενάριο, ο πόλεμος τελματώνεται και παρατείνεται, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική διπλωματικής λύσης, ενώ αρχίζει και γίνεται τρομερά κοστοβόρος για τη Μόσχα. Βρισκόμενος σε απόγνωση για να τελειώσει τον πόλεμο με ευνοϊκούς γι’ αυτόν όρους, ο Πούτιν θα μπορούσε να επιδιώξει μια γρήγορη νίκη με τη χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων. Όπως και με το προηγούμενο σενάριο, όπου αποφάσισε να κλιμακώσει τη σύγκρουση για να αποφύγει την ήττα, η αντίδραση των ΗΠΑ με χρήση πυρηνικών όπλων είναι εξαιρετικά απίθανη. Και στα δύο σενάρια, η Ρωσία είναι πιθανόν να χρησιμοποιήσει τακτικά πυρηνικά όπλα εναντίον μερικών μόνο στρατιωτικών στόχων, τουλάχιστον αρχικά. Πόλεις και χωριά θα τα χτυπήσει αργότερα εάν αυτό θα το έκρινε απαραίτητο. Η εξασφάλιση στρατιωτικού πλεονεκτήματος από τη χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων θα ήταν ένας από τους στόχους αυτής της στρατηγικής, όμως ο πιο σπουδαίος της στόχος θα ήταν να καταφέρει ένα κρίσιμο χτύπημα που θα άλλαζε τη ροή του πολέμου – δηλ. θα προκαλούσε τέτοιο φόβο στη Δύση, ώστε οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα έσπευδαν να τερματίσουν τον πόλεμο με όρους ευνοϊκούς για τη Μόσχα. Επομένως δεν είναι άξιον απορίας το γιατί τον Απρίλιο, ο William Burns, διευθυντής της CIA, είχε δηλώσει ότι “Κανένας μας δεν μπορεί να αψηφίσει την απειλή που συνιστά το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης τακτικών πυρηνικών όπλων ή πυρηνικών όπλων μικρής καταστρεπτικης ισχύος”.

ΦΛΕΡΤΑΡΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αν και κάποιο από αυτά τα καταστροφικά σενάρια θα μπορούσε θεωρητικά να συμβεί, οι πιθανότητες γι’ αυτό είναι πολύ λίγες και επομένως δεν θα πρέπει ν’ ανησυχούμε. Στο κάτω-κάτω, οι ηγέτες και των δύο πλευρών έχουν ισχυρό κίνητρο να κρατήσουν τις ΗΠΑ έξω από την πόλεμο και να αποφύγουν ακόμη και μια πολύ περιορισμένη χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων, για να μην αναφέρουμε το κίνητρο που έχουν και οι δύο πλευρές να αποφύγουν έναν πραγματικό γενικό πυρηνικό πόλεμο.

Μακάρι να μπορούσε να ήταν κανείς τόσο αισιόδοξος. Στην πραγματικότητα, οι κοινές συμβατικές απόψεις υποτιμούν τρομερά τους κινδύνους από την κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία. Κατ’ αρχάς, οι πόλεμοι διέπονται συνήθως από τη δική τους αυτόνομη λογική, γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολη την πρόβλεψη της πορείας τους. Όποιος ισχυριστεί ότι γνωρίζει μετά βεβαιότητας την πορεία που θα έχει ο πόλεμος στην Ουκρανία κάνει σοβαρό λάθος. Η δυναμική της κλιμάκωσης του πολέμου είναι επίσης πολύ δύσκολο να προβλεφθεί ή να ελεχθεί, γεγονός που πρέπει να αποτελεί προειδοποίηση σ’ εκείνους που είναι σίγουροι πως ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι διαχειρίσιμος. Επιπλέον, όπως ο Πρώσος θεωρητικός του πολέμου Καρλ Φον Κλαούζεβιτς αναγνώρισε, ο εθνικισμός ωθεί τους σύγχρονους πολέμους να κλιμακώνονται μέχρι την έσχατη μορφή τους, ειδικά όταν το διακύβευμα είναι μεγάλο και για τις δύο πλευρές. Μ’ αυτό, δε θέλουμε να πούμε ότι οι πόλεμοι δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν, αλλά μόνο ότι είναι δύσκολο αυτό να επιτευχθεί. Τέλος, με δεδομένο το τεράστιο κόστος που συνιστά για μια μεγάλη δύναμη ένας πυρηνικός πόλεμος, ακόμα και μια μικρή πιθανότητα αυτός να συμβεί θα πρέπει να μας κάνει όλους να σκεφτούμε πολύ σοβαρά σχετικά με το πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή η σύγκρουση.

Αυτή η πολύ επικίνδυνη κατάσταση δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για να βρεθεί διπλωματική λύση στον πόλεμο. Δυστυχώς, όμως, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα σχετική πολιτική βούληση, καθώς και οι δυο πλευρές έχουν δεσμευθεί απόλυτα να πετύχουν τους σκοπούς που έθεσαν, πράγμα που καθιστά τον οποιονδήποτε συμβιβασμό σχεδόν ανέφικτο. Η κυβέρνηση Μπαιντεν θα έπρεπε να είχε συνεργαστεί με τη Ρωσία για να τερματιστεί η Ουκρανική κρίση πριν τις 24 Φεβρουαρίου. Τώρα είναι πολύ αργά για να υπάρξει συμφωνία. Η Ρωσία, η Ουκρανία και η Δύση έχουν εμπλακεί σε μια τρομερή κατάσταση στην οποία δεν φαίνεται διέξοδος. Κάποιος μπορεί μόνο να ελπίζει ότι οι ηγέτες και των δύο πλευρών θα διαχειριστούν τον πόλεμο με τρόπο που θα αποφευχθεί μια καταστροφική κλιμάκωση. Εντούτοις, για δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους των οποίων η ζωή βρίσκεται σε κίνδυνο, αυτή η κατάσταση προκαλεί ρίγος.

John J. Mearsheimer

Facebook
Twitter
LinkedIn
Reddit
Telegram
Doukas Gaitatzis

Doukas Gaitatzis

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.