Ρωσο-ουκρανικος πόλεμος και επισιτιστική ασφάλεια

Γράφει o Βασίλης Γιαννακόπουλος, γεωστρατηγικός αναλυτής[email protected]

Είναι πλέον δεδομένο ότι, βραχυπρόθεσμα, εξαιτίας του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, αναμένονται επιπτώσεις στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Ως γνωστόν, η Ουκρανία και η Ρωσία συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων εξαγωγέων ορισμένων βασικών τροφίμων. Ωστόσο, η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω, καθότι ο πόλεμος συνεχίζεται, οι ρωσικές επιθετικές επιχειρήσεις στοχοποιούν την υποδομή παραγωγής των ουκρανικών σιτηρών, η ποσότητα των ρωσικών λιπασμάτων αξιολογείται ως περιορισμένη και ανεπαρκής, το κόστος των αγροτικών προϊόντων αυξάνεται, αλλά και ο ναυτικός αποκλεισμός της Οδησσού, που σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Διευθυντή του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος του ΟΗΕ, Ντέιβιντ Μπίσλεϊ, συνιστά έναν από του σημαντικότερους εξαγωγείς σιτηρών, συνεχίζεται.

Πέραν αυτών, ιδιαίτερη ανησυχία και προβληματισμό προκάλεσε και η πρόσφατη παραίνεση της υπουργού Εσωτερικών της Γερμανίας, Νάνσυ Φίσερ, προς τους πολίτες της χώρας της «να προμηθευθούν τρόφιμα και νερό για δέκα τουλάχιστον ημέρες», προειδοποιώντας μάλιστα, για «πιθανές διακοπές στο ηλεκτρικό, αλλά και για κυβερνοεπιθέσεις».

Επείγουσα επισιτιστική ανασφάλεια
Όπως αναφέρει πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου, τον Μάρτιο του 2022, προκειμένου να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες της σε τρόφιμα, η Ουκρανία απαγόρευσε τις εξαγωγές σιτηρών και άλλων προϊόντων διατροφής. Στη συνέχεια, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων του ΟΗΕ (U.N. World Food Program – WFP), μαζί με άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, κλιμάκωσαν τις επιχειρήσεις επείγουσας επισιτιστικής βοήθειας προς την Ουκρανία. Όμως, λόγω του πολέμου, η πρόσβαση ήταν περιορισμένη και οι ελλείψεις τροφίμων έγιναν εμφανείς, για τα περίπου 18 εκατομμύρια Ουκρανών, που υπέφεραν από επισιτιστική ανασφάλεια.

Παγκόσμιες εισαγωγές τροφίμων
Η Ρωσία και η Ουκρανία είναι χώρες που παράγουν σιτάρι χαμηλού κόστους και εξάγουν περίπου το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών. Πολλές χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Νότια Ασία και την υποσαχάρια Αφρική βασίζονται σε εισαγόμενο σιτάρι από τη Ρωσία και την Ουκρανία, προκειμένου να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες επισιτιστικής ασφάλειας. Ορισμένες χώρες ενδέχεται να αντικαταστήσουν τις μειωμένες εισαγωγές σίτου από τη Ρωσία και την Ουκρανία, με εισαγωγές σίτου σε υψηλότερες τιμές από άλλους εξαγωγείς. Άλλες χώρες μπορεί να επιλέξουν να αντικαταστήσουν το σιτάρι, με φθηνότερα προϊόντα όπως το ρύζι. Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι οι χώρες, που θα επιλέξουν να προμηθευτούν για τον πληθυσμό τους σιτάρι και άλευρα σε υψηλές τιμές, θα μειώσουν την ικανότητα πληρωμής αυτών των προϊόντων.

Παγκόσμιες τιμές τροφίμων
Από το 2020, οι μέσες μηνιαίες παγκόσμιες τιμές των τροφίμων ήταν γενικά υψηλότερες από ότι τα προηγούμενα χρόνια, για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας COVID-19, των συνθηκών ξηρασίας που επηρεάζουν τη γεωργική παραγωγή σε διάφορες χώρες και των απαγορεύσεων εξαγωγών σε ορισμένα προϊόντα διατροφής. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν περαιτέρω και έφθασαν σε υψηλά επίπεδα ρεκόρ, ενώ, ταυτόχρονα, κάποιες χώρες επέβαλαν περιορισμούς στις εξαγωγές των προϊόντων διατροφής. Οι υψηλότερες τιμές των τροφίμων και οι περιορισμοί στις εξαγωγές μείωσαν τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των τροφίμων για τους περισσότερους καταναλωτές, με τις πιο σοβαρές επιπτώσεις να πλήττουν τους καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος.

Πολλοί ειδικοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι αυξημένες τιμές των τροφίμων, ως αποτέλεσμα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, θα μπορούσαν να βλάψουν περαιτέρω την επισιτιστική ασφάλεια, ειδικά τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των τροφίμων παγκοσμίως, για εκατομμύρια ευάλωτα άτομα. Οι χώρες, που αντιμετωπίζουν ανθρωπιστικές κρίσεις, με πληθυσμούς που ήδη κινδυνεύουν από εκτεταμένη επισιτιστική ανασφάλεια, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις καθημερινές επιπτώσεις της μειωμένης διαθεσιμότητας τροφίμων και των αυξήσεων των τιμών.

Το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων του ΟΗΕ αναφέρει ότι, στα τέλη του 2021, ήδη 811 εκατομμύρια άνθρωποι πεινούσαν (276 εκατομμύρια από αυτούς αντιμετώπιζαν οξεία πείνα, αύξηση υπερδιπλάσια από το 2019), ενώ, 44 εκατομμύρια σε 38 χώρες κινδύνευαν από την πείνα.

Είναι πλέον προφανές ότι τα ζητήματα της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, που σχετίζονται με την πανδημία, οι ελλείψεις και οι αυξήσεις των τιμών, καθώς και οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις, οι περιβαλλοντικές αλλαγές, οι φυσικές καταστροφές και η εντεινόμενη φτώχεια, έχουν συμβάλει στην επισιτιστική ανασφάλεια παγκοσμίως.

Βασικά ζητήματα πολιτικής για την επισιτιστική βοήθεια
Πριν από τη ρωσική εισβολή, η Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη πηγή τροφής για το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων του ΟΗΕ, τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική οργάνωση, που εστιάζει στην πείνα και την επισιτιστική ασφάλεια. Με τις διακοπές παραγωγής και εξαγωγών από την Ουκρανία, οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τις παγκόσμιες δραστηριότητες του Παγκόσμιου Προγράμματος Τροφίμων του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, μια περαιτέρω αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται επίσης να αυξήσει το κόστος μεταφοράς. Βραχυπρόθεσμα, οι επιπτώσεις της συγκρουσιακής κατάστασης στην Ουκρανία αναμένεται να επεκταθούν εντονότερα σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπως η Αιθιοπία, ο Λίβανος, η Συρία και η Υεμένη, οι οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές τροφίμων από την Ουκρανία και τη Ρωσία.

Στις 27 Απριλίου 2022, το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας (United States Department of Agriculture – USDA) και ο Οργανισμός Διεθνούς Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (United States Agency for International Development – USAID) ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να παράσχουν χρηματοδότηση επισιτιστικής βοήθειας 670 εκατομμυρίων δολαρίων, για την υποστήριξη υφιστάμενων επειγουσών επιχειρήσεων επισιτισμού στην Αιθιοπία, την Κένυα, τη Σομαλία, το Σουδάν, το Νότιο Σουδάν και την Υεμένη. Επίσης, την επόμενη ημέρα (28 Απριλίου), η κυβέρνηση Μπάιντεν ζήτησε από το Κογκρέσο 33 δισεκατομμύρια δολάρια, για πρόσθετη στήριξη προς την Ουκρανία, εκ των οποίων, τα τρία δισεκατομμύρια δολάρια θα ανταποκρινόταν στις ανθρωπιστικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης της παγκόσμιας επισιτιστικής ανασφάλειας, μεταξύ των ευάλωτων πληθυσμών.

Η αύξηση των τιμών των τροφίμων, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και οι διαταραχές του εμπορίου, που επηρεάζουν την περιοχή της Ευρασίας, μπορεί επίσης να επηρεάσουν τα προγράμματα αναπτυξιακής βοήθειας, τα οποία αποσκοπούν στην πρόληψη της επισιτιστικής ανασφάλειας με την πάροδο του χρόνου. Αυτές οι εξελίξεις μπορεί να συμβούν ταυτόχρονα, με πιθανή αύξηση του αριθμού των ατόμων που χρειάζονται επισιτιστική βοήθεια.

Το αυξημένο κόστος για τρόφιμα και καύσιμα είναι πιθανό να επηρεάσει την ικανότητα των νοικοκυριών να αγοράζουν τρόφιμα, ιδιαίτερα σε χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει εκείνα τα νοικοκυριά, τα οποία ήταν οριακά ασφαλή πριν από την αύξηση των τιμών, σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on reddit
Reddit
Share on telegram
Telegram
Doukas Gaitatzis

Doukas Gaitatzis

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.