Σάββας Βλάσσης: Η αδυναμία του Ρωσικού Στρατού στην βασική δύναμη ελιγμού

Φωτογραφία αρχείου

Από Σάββας Δ. Βλάσσης, αναδημοσίευση από το: doureios.com

Το κεντρικό στοιχείο στο οποίο βασίστηκε η προσπάθεια αναδιοργανώσεως του Ρωσικού Στρατού αμέσως μετά τον πόλεμο στην Γεωργία το 2008, ήταν η συγκρότηση των Τακτικών Συγκροτημάτων Τάγματος (Battalion Tactical Groups). Στις προηγούμενες πολεμικές περιπέτειες, επειδή ο βαθμός επανδρώσεως των Ταξιαρχιών και Συνταγμάτων δεν επέτρεπε την άμεση αποστολή τους ως σύνολο σε επιχειρήσεις, εφαρμοζόταν η πρακτική συγκροτήσεως επί τούτου (ad hoc) Τακτικών Συγκροτημάτων μεγέθους Τάγματος, που συνιστούσαν την βασική μονάδα των δυνάμεων ελιγμού. Μέχρι τον Αύγουστο του 2021, σε ανακοινώσεις επισήμων είχε γίνει γνωστό ότι είχαν συγκροτηθεί 168 BTG. Φιλοδοξία ήταν τα BTG να επανδρωθούν πλήρως από επαγγελματικό προσωπικό αλλά αυτό δεν επιτεύχθηκε ποτέ.

Οι Αμερικανοί είχαν την δυνατότητα να αξιολογήσουν τα BTG και την δράση τους, κατά τις επιχειρήσεις στο Ντονμπάς το 2014. Εκεί, τα BTG υποστήριξαν τους ενόπλους αποσχιστές και επηρέασαν υπέρ τους την κατάσταση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες και τις αναλύσεις των Αμερικανών, τα BTG ανήκαν σε Ταξιαρχίες, οι οποίες κλήθηκαν να τα συγκροτήσουν αφιερώνοντας το 50% του δυναμικού τους σε προσωπικό και εξοπλισμό. Με πυρήνα ένα Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού, το BGT απολάμβανε των υπηρεσιών όλων των μονάδων και υπομονάδων υποστηρίξεως της Ταξιαρχίας. 

Αμερικανικές αναφορές προσδιόριζαν την δύναμη κρούσεως ενός BTG στην Ουκρανία σε Ίλη Αρμάτων, τρεις Λόχους Μηχανοκίνητου Πεζικού, δύο Λόχους Αντιαρματικών, δύο ή τρεις Πυροβολαρχίες και δύο Πυροβολαρχίες Αντιαεροπορικού Πυροβολικού. Το 1/3 του προσωπικού ήταν επαγγελματίες και συμβασιούχοι στρατιώτες, κατανεμημένοι κυρίως στις υπομονάδες ελιγμού, πυροβολικού και για τον χειρισμό προηγμένων συστημάτων.

Τα BTG ήταν υποχρεωμένα να στηρίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στα φίλια ένοπλα τμήματα του Ντονμπάς, σε ρόλο ελαφρού πεζικού. Για να ανταπεξέλθει των σχετικώς μικρής δυνάμεως οργανικών υπομονάδων ελιγμού, η διοίκηση του BTG χρησιμοποίησε προσωπικό “αντιπροσώπων”, δηλαδή τοπικές δυνάμεις αποσχιστών, εθελοντές του Ρωσικού Στρατού, είτε μισθοφόροι, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για άμυνα επί του ΠΟΤ και καιρίων υποδομών, αποδεσμεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο προσωπικό του BTG από στατικά καθήκοντα ασφαλείας κι επιτρέποντας την ευχερή προετοιμασία και κίνηση των υπομονάδων ελιγμού για επίθεση.

Η γενική αντίληψη επιχειρήσεων, ήταν ότι το BΤG ενεργεί όπισθεν ενόπλων τοπικών σωμάτων. Όποτε ο διοικητής αντιλαμβανόταν ευκαιρίες επιθέσεως σε αντίπαλες δυνάμεις ή οι συνεργαζόμενες δυνάμεις εδέχοντο επίθεση, το BTG μπορούσε να εκτελέσει πυρά πυροβολικού εκμηδενίζοντας τον εχθρό με ελάχιστη έκθεσή του.

Οι Αμερικανοί έκριναν ότι το BTG διακρινόταν από σχετική έλλειψη σύγχρονων μέσων Διοικήσεως & Ελέγχου (C2) που περιόριζαν τις δυνατότητες της διοικήσεως σε διανομή κοινής επιχειρησιακής εικόνας στα χαμηλότερα κλιμάκια, περιορίζοντας εν γένει την ευελιξία και την ταχεία ανταπόκριση σε έκτακτες καταστάσεις. Οι επικοινωνίες με τους παραστρατιωτικούς ήταν προβληματικές, χωρίς κρυπτογράφηση και ευάλωτες.

Από πλευράς υποστηρίξεως, το BTG διέθετε πυροβολικό κατά πολύ ανώτερο των αντιστοίχων μέσων που υφίστανται στην αριθμητικώς ισχυρότερη Ομάδα Μάχης Ταξιαρχίας (BCT) του Στρατού των ΗΠΑ. Αυτό, αξιολογήθηκε ως στοιχείο εξασφαλίσεως τοπικής υπεροχής πυρών πυροβολικού.

Οι αναφορές των Αμερικανών, προσδιόριζαν την δύναμη τυφεκιοφόρων των τριών Μηχανοκίνητων Λόχων Πεζικού σε μόλις 200 άνδρες περίπου! Ο χαμηλός αριθμός οφειλόταν στην ελαφρά σύνθεση των Λόχων, με μόνο δύο Διμοιρίες Μηχανοκινήτου Πεζικού ενώ η τρίτη ήταν Διμοιρία Υποστηρίξεως, με βαρέα όπλα. Καθώς αυτό το στοιχείο περιόριζε την ικανότητα συνοδείας φαλάγγων ανεφοδιασμού ή των στοιχείων υποστηρίξεως, υποχρέωνε την διοίκηση να προτιμά την απομόνωση αστικών κέντρων αντιστάσεως για πολιορκία, παρά την έφοδο σε αυτά και την εμπλοκή σε αιματηρό αγώνα. Για τον λόγο αυτό, επιστρατεύοντο οι δυνάμεις παραστρατιωτικών σε ρόλο ελαφρού πεζικού, παρά τα προβλήματα συντονισμού και την επιβάρυνση της επιμελητείας. Γενικώς πάντως, οι διοικητές των BTG ήταν συντηρητικοί στην χρησιμοποίηση των δυνάμεών τους και αντί της εκτελέσεως επιθετικών ελιγμών συνδυασμένων όπλων εναντίον ακόμη και υποδεεστέρων εχθρικών δυνάμεων, προτιμούσαν την κλιμακωτή λήψη επαφής και την κατά το δοκούν χρησιμοποίηση πυροβολικού και τεθωρακισμένων αλλά μόνο έπειτα από επισταμένη αναγνώριση.

Στα πλεονεκτήματα των BTG, οι Αμερικανοί εντόπιζαν το καλό επίπεδο προστασίας των ρωσικών τεθωρακισμένων, χάρη στις συλλογές ενεργού θωρακίσεως, που εθεωρείτο ότι σε μεγάλο βαθμό καθιστούσαν ανεπαρκή τα ατομικά αμερικανικά αντιαρματικά όπλα. Το προσωπικό έφερε σύγχρονους ατομικούς θώρακες, ακόμη και οι παραστρατιωτικοί, εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό επίπεδο ατομικής προστασίας.

Πρωταρχικό στοιχείο επαυξημένης προστασίας του BTG, θεωρήθηκε ότι ήταν τα οργανικά μέσα αντιαεροπορικής αμύνης. Πέραν της πυροβολαρχίας αυτοκινούμενων πυροβόλων και της πυροβολαρχίας ΠΕΠ, οι πληροφορίες ανέφεραν και μία πυροβολαρχία αντιαεροπορικού πυροβολικού. Φυσικά, διαθέσιμα υπήρχαν και φορητά στοιχεία αντιαεροπορικών βλημάτων, ως συμπληρωματικά.

Καθώς η έδρα της μητρικής Ταξιαρχίας προελεύσεως βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, η “αναγέννηση” ενός BTG μετά την φθορά της μάχης, είναι πολύ δύσκολη. Λόγω των μεγάλων εν γένει αποστάσεων, η μέθοδος αυτή, κρινόταν προβληματική σε περιπτώσεις παρατεταμένης εμπλοκής του BTG σε επιχειρήσεις. Η αποστολή αναπληρώσεων είναι δυσχερής, όχι μόνο λόγω αποστάσεως αλλά και της εν γένει ανεπαρκείας συμβασιούχων οπλιτών. Ως προς το υλικό, η δυσκολία εντοπίζεται και στο ποσοστό διαθεσιμότητος των οχημάτων της Ταξιαρχίας, για άμεση επιχειρησιακή χρησιμοποίηση.

Ενώ η μεταφορά του BTG από την έδρα της Ταξιαρχίας για ανάπτυξη, στηρίζεται σε σιδηροδρομικούς συρμούς και επιτυγχάνεται ταχύτατα, οι Αμερικανοί παρατηρούσαν ότι ο ανεφοδιασμός και η επιμελητεία γενικότερα από το ίδιο το Συγκρότημα, απαιτεί οδικό δίκτυο, επειδή πραγματοποιείται από ελαφρά φορτηγά οχήματα, των οποίων η ευκινησία εκτός οδών περιορίζεται σοβαρά. Το 2014, η επιμελητεία βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην χρήση πολιτικών οχημάτων από τους αποσχιστές. Η έλλειψη ικανής τακτικής υποστηρίξεως σε επιμελητεία, αναφέρεται ως μια από τις αιτίες για τις οποίες τα BTG δεν ήταν σε θέση να κατανικήσουν αποφασιστικώς τις ουκρανικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούσαν να προβαίνουν σε αναδιοργάνωση ακόμη και σε μικρή απόσταση από το ΠΟΤ.

Άλλη αδυναμία του BTG που παρατηρήθηκε το 2014, ήταν τα λιγοστά μέσα και επαγγελματικό προσωπικό υγειονομικής φροντίδος όσο και εκκενώσεως απωλειών. Εξ αιτίας αυτού, οι απώλειες από τραυματισμούς με μοιραία κατάληξη ήταν αυξημένες, στοιχείο το οποίο κατά τους Αμερικανούς, αφενός δυσχέραινε την διαδικασία αναπληρώσεως απωλειών, αφετέρου είχε επίδραση στο ηθικό και καθιστούσε ακόμη πιο διστακτικούς τους διοικητές.

Συνοπτικώς, το BTG κρινόταν από τους Αμερικανούς ότι δεν αποτελεί δύναμη ελιγμού με την παραδοσιακή έννοια. Με δύναμη μεταξύ 600-800 ανδρών, 10 άρματα μάχης, 40 ΤΟΜΑ και 36 ουλαμούς, είναι οπωσδήποτε μια σχετικώς ελαφρά μονάδα, σε σύγκριση με τα δυτικά πρότυπα. Μια δύναμη συνδυασμένων όπλων, η οποία δεν επιζητεί την λήψη επαφής με τον αντίπαλο ώστε να τον καταστρέψει με πυρ και ελιγμό. Αντιθέτως, στην Ουκρανία το 2014 είχε ρόλο παρόχου δυνάμεων – δυνατοτήτων στις σχετικώς στατικές μονάδες των αποσχιστών, οι οποίες λειτουργούσαν ως φρουρά με το συνεργαζόμενο BTG ή ως “τροφή για τα κανόνια”, ενεργώντας για την κατάληψη ΑΝΣΚ. Ωστόσο, το BTG κρινόταν ως ικανό για την εκτέλεση ισχυρών αιφνιδιαστικών κρούσεων –χάρη κυρίως στην αυξημένη ισχύ του σε οργανικό πυροβολικό– τις οποίες αναλαμβάνει όταν υπάρχει βεβαιότητα για αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας με χαμηλό βαθμό ρίσκου για το ίδιο.

Οι Αμερικανοί έκριναν ότι ενώ ο βασικός Σχηματισμός ελιγμού τους, η BCT είναι αριθμητικώς ισχυρότερος σε συστήματα μάχης (90 άρματα μάχης και 140 ΤΟΜΑ), υστερούσε εν σχέσει με το ρωσικό BTG σε οργανικό πυροβολικό, αντιαεροπορική άμυνα και στοιχεία Ηλεκτρονικού Πολέμου. Εκμεταλλευόμενη την αριθμητική ισχύ της, η διοίκηση της BCT όφειλε να σχεδιάσει αντεπιθέσεις σε όσο το δυνατόν ευρύτερο μέτωπο, προκειμένου να υποχρεώσει το BTG να διασπείρει αντί να συγκεντρώσει τα πυρά πυροβολικού του. Ενόψει πολλαπλών διεισδύσεων, το BTG εκτιμήθηκε ότι θα υποχρεωθεί να συμπτυχθεί ώστε να διαφυλάξει τα Β΄ Κλιμάκιά του και να αποφύγει την καταστροφή. Εξάλλου, είναι σαφές ότι η μικρότερη δύναμη του BTG, περιορίζει δραστικώς τα περιθώρια απορροφήσεως απωλειών, ώστε να διατηρήσει την μαχητική ικανότητά του.

Σε γενικές γραμμές, το BTG αντιπροσωπεύει μία λύση ανάγκης, μεταξύ άλλων την ανταπόκριση του Ρωσικού Στρατού στο γενικότερο πρόβλημα επανδρώσεως και στελεχώσεως των μονάδων του, με βάση όμως και τα δεδομένα που έδειχναν να διαμορφώνονται στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Εκείνη την εποχή, μετά τις πρόσφατες πολεμικές περιπέτειες, και προφανώς εν απουσία ελκυστικών κινήτρων από μισθολογικής απόψεως κ.λπ., είχε παρατηρηθεί σοβαρή μείωση εθελοντών για πύκνωση των τάξεων των συμβασιούχων οπλιτών, από τους οποίους εξασφαλίζονται και οι μικροί ηγήτορες σε υπαξιωματικούς.

Φαίνεται επίσης, ότι οι Ρώσοι προέβησαν σε μια σοβαρή παραδοχή – συμβατισμό, επιλέγοντας αυτό το ελαφρύτερο ή υβριδικό μοντέλο οργανώσεως της κυρίας δυνάμεως ελιγμού του στρατού τους. Αυτή αφορούσε την παραδοχή αποκλεισμού μίας ευθείας αντιπαραθέσεως ρωσικών χερσαίων δυνάμεων με το ΝΑΤΟ ή την Κίνα, δηλαδή με αντιπάλους ισότιμους σε συμβατική ισχύ αν όχι υπέρτερους. Η αντίληψη των BTG, δείχνει έναν σαφή προσανατολισμό στην αντιπαράθεση είτε με λιγότερο ανεπτυγμένους στρατούς, όπως αυτοί των χωρών του πρώην Ανατολικού μπλοκ, όπως συνέβη στην Τσετσενία, την Γεωργία και την Ουκρανία το 2014, είτε με δυνάμεις ατάκτων, όπως στην περίπτωση της Συρίας.

Εισβολή στην Ουκρανία

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η νέα πολεμική περιπέτεια που έριξε την Ρωσία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 ο πρόεδρος Πούτιν, μπορεί να “διαβαστεί” πιο εύκολα, ως προς τις τακτικές αδυναμίες που αναδείχθηκαν από πλευράς Ρωσικού Στρατού. Όπως είδαμε, κατά την αξιολόγηση των Αμερικανών, τα BTG δεν αποτελούν δύναμη ελιγμού με την τυπική έννοια και δεν είναι στην φιλοσοφία δράσεώς τους η άμεση επίθεση συνδυασμένων όπλων, ακόμη και εναντίον υποδεεστέρων αντιπάλων, όπως οι τακτικές δυνάμεις των Ουκρανών το 2014. Η έλλειψη ισχυρών σε δυναμικό υπομονάδων ελιγμού του BTG, υποτίθεται ότι αντισταθμίζεται από την αυξημένη οργανική ισχύ σε πυροβολικό, ένα όπλο το οποίο παραδοσιακώς θεωρείται από τους Ρώσους κάτι περισσότερο από όπλο υποστηρίξεως. Ωστόσο, το τελευταίο επιβαρύνει δυσανάλογα τον ανεφοδιασμό του BTG, καθώς απαιτείται σοβαρή ροή πυρομαχικών για την αναπλήρωση των καταναλωθέντων, προκειμένου να διατηρείται σταθερή άσκηση πιέσεως επί του αντιπάλου με πυρά καμπύλης τροχιάς.

Αυτοί οι δύο περιορισμοί, αναδείχθηκαν πλήρως στην Ουκρανία σήμερα, καθώς ο αμυνόμενος οργανώθηκε σε αστικά Κέντρα Αντιστάσεως. Οι ρωσικές δυνάμεις, αν και με 120 περίπου BTG ως κύριες μονάδες ελιγμού, επιτέθηκαν από τέσσερις ουσιαστικά κύριους άξονες, προφανώς σε μία προσπάθεια προκλήσεως ισχυρού κλονισμού του αντιπάλου, προς ταχεία υποταγή της βουλήσεως προβολής αντιστάσεως. Αυτό δεν απέδωσε, με αποτέλεσμα οι μόλις επαρκούσες και υπεραπλωμένες ρωσικές δυνάμεις, να μην μπορούν να πετύχουν πουθενά αποφασιστικό αποτέλεσμα. Χωρίς να υπάρχει κάποιο Κέντρο Βάρους στην ρωσική επίθεση, μοιραίως υπήρχε πολυδιάσπαση προσπαθειών και διασπορά δυνάμεων, έναντι μάλιστα ενός αντιπάλου ο οποίος αν και τεχνολογικώς υποδεέστερος, παρέτασσε περίπου ισοδύναμη αριθμητικώς δύναμη. Οι πολλαπλοί άξονες επιθέσεως εξάλλου, μεγέθυναν το πρόβλημα εφοδιασμού και επιμελητείας.

Τα BTG, πρό των Κέντρων Αντιστάσεως των Ουκρανών, μόλις επαρκούσαν για την περίσχεσή τους και σε καμμία περίπτωση δεν είχαν την απαραίτητη ισχύ κρούσεως για να επιδοθούν σε μεθοδικό αγώνα εντός κατοικημένων τόπων. Εξάλλου, επιδίωξη ήταν η συγκράτηση του φόρου αίματος των φιλίων δυνάμεων. Απεδείχθη όμως επίσης, ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν είχαν και την εκπαίδευση για τέτοιους απαιτητικούς αγώνες, πάσχοντας σε τακτική δεξιότητα και μεθοδολογία.

Καθώς δεν υπήρχαν ισχυρές ακολουθούσες δυνάμεις, οι Ρώσοι συνέχισαν να ρίχνουν διαδοχικώς BTG σε βαθιές εισχωρήσεις, ακολουθώντας τις κύριες οδικές αρτηρίες. Με αυτό τον τρόπο, πέτυχαν μεν να καλύψουν σημαντικές αποστάσεις χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση, αλλά αυτό επιβάρυνε σοβαρά το σύστημα επιμελητείας, καθώς οι φάλαγγες ανεφοδιασμού έπρεπε να καλύψουν μεγαλύτερες αποστάσεις και ήταν όλο και περισσότερο εκτεθειμένες σε επιθέσεις ουκρανικών δυνάμεων. Καθώς τα ίδια τα BTG δεν διέθεταν επαρκή δύναμη για ανάληψη και καθηκόντων συνοδείας αυτών των φαλαγγών, τα πλευρά παρέμεναν εξόχως εκτεθειμένα σε ενεδρευτική δράση ακόμη και μικρών εχθρικών τμημάτων τοπικών δυνάμεων (Τerritorial). Οι σχετικώς ασθενείς προπομποί εξάλλου, με τυπική σύνθεση αρμάτων της Ίλης Αρμάτων και ΤΟΜΑ των Μηχανοκινήτων Λόχων Πεζικού, μπορούσαν με σχετική ευχέρεια να αντιμετωπισθούν, υφιστάμενοι βαρειές απώλειες. Αυξημένη έκθεση σε ενέδρες, είχαν και τα στοιχεία πυροβολικού που έπρεπε να παρακολουθούν την προώθηση των τμημάτων ελιγμού.

Η έλευση σύγχρονων αντιαρματικών όπλων διαφόρων τύπων και κατηγοριών από την Δύση, επέτρεψε στους Ουκρανούς να αυξήσουν σοβαρά την αντιαρματική ισχύ ακόμη και μικρών τμημάτων πεζικού, των οποίων η δράση πλέον, απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από απόψεως επιδράσεως, στην έκβαση των επιχειρήσεων συνολικώς. Πέρα από τις απώλειες λόγω εχθρικής δράσεως, από την πρώτη εβδομάδα κιόλας, παρατηρήθηκαν εγκαταλείψεις οχημάτων κάθε τύπου, λόγω ελλείψεως καυσίμων από την ογκουμένη επιβάρυνση της επιμελητείας και χαμηλού ηθικού. Επομένως, τα BTG υπέστησαν και έμμεσες απώλειες, λόγω των σοβαρών προβλημάτων στον εφοδιασμό. Τοιουτοτρόπως, από νωρίς υπήρξαν σοβαρές απώλειες και αποδιοργάνωση, με αποτέλεσμα με την συμπλήρωση 15νθημέρου μόνο, τα BTG να έχουν υποστεί σοβαρότατη φθορά, η επιθετική ορμή να εξαντληθεί και οι ρωσικές δυνάμεις να περιπέσουν σε κατάσταση ανασυγκροτήσεως και σταθεροποιήσεως.

Η άφιξη Τσετσένων, ήταν σαφής ένδειξη της προσπάθειας πυκνώσεως των δυνάμεων στα “προβληματικά” μέτωπα, με “αναλώσιμα” στρατεύματα που θα καλούντο να αναλάβουν την “δύσκολη” δουλειά της λήψεως επαφής με τον εχθρό ενώ τα BTG θα διαδραμάτιζαν τον τυπικό ρόλο της υποστηρίξεώς τους, όπως το 2014.  Στην περιοχή του Ντονμπάς, οι μικρότερες γραμμές ανεφοδιασμού διευκόλυναν τις επιχειρήσεις. Εξίσου σοβαρή όμως εκεί, ήταν και η παρουσία των ενόπλων αποσχιστών, η δύναμη των οποίων με την κινητοποίηση υπερέβη τους 30.000. Οι αποσχιστές, απετέλεσαν σοβαρή ενίσχυση για τα BTG που τα υποστήριζαν, χωρίς να εκτίθενται τα ίδια υπερβολικώς και είχαν την ευκαιρία να δράσουν κατά τις γενικές γραμμές που ακολούθησαν και το 2014.

Συνοψίζοντας, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα των Αμερικανών για το BTG από τις επιχειρήσεις του 2014, φαίνεται να επαληθεύτηκαν και οι εντοπισθείσες αδυναμίες αποκαλύφθηκαν σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση στην πολεμική αναμέτρηση του 2022. Οι Ρώσοι διαπιστώνουν με τον πλέον αιματηρό τρόπο τις αδυναμίες της βασικής δυνάμεως ελιγμού του στρατού τους, που όμως όπως προαναφέρθηκε, υπήρξε μάλλον προϊόν συνειδητού συμβατισμού – παραδοχής, περί μικρής πιθανότητος αντιπαραθέσεως με τους σύγχρονους δυτικούς στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι πριν την έναρξη του πολέμου, ο πρόεδρος Πούτιν αισθάνθηκε την ανάγκη σε δημόσια τοποθέτησή του να αναφέρει ότι όλοι αναγνωρίζουν τον συσχετισμό ισχύος με τις συμβατικές δυνάμεις της Ρωσίας αλλά η χώρα του διαθέτει πυρηνικά. 

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on reddit
Reddit
Share on telegram
Telegram
Doukas Gaitatzis

Doukas Gaitatzis

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.